Οἱ ἅγιοι μάρτυρες Ἕσπερος καὶ Ζωή, καὶ τὰ
τέκνα τους Κυριακὸς καὶ Θεόδουλος
Ἑορτάζουν τὴν β΄
(2α) Μαΐου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Εἰς τὸν
Ἕσπερον καὶ Ζωήν.
Ζωῆς στερεῖ πῦρ Ἕσπερον
Ζωὴν ἅμα,
Ζωὴν ποθοῦντας τὴν
ἀνέσπερον μόνην.
Εἰς τὸν Κυριακὸν
καὶ Θεόδουλον.
Ζέοντας ἄρτους συγγόνους
δέχου δύο,
Ἄρτι κλιβάνου, Σῶτερ, ἐκβεβλημένους.
Τοῦτοι οἱ ἅγιοι Ἕσπερος καὶ Ζωὴ ἦσαν κατὰ τοὺς χρόνους
Ἀδριανοῦ τοῦ βασιλέως, ἐν ἔτει ρκε΄ (125). Ἂν καὶ σωματικῶς ἦσαν δοῦλοι κάποιου
Κατάλλου καὶ τῆς γυναῖκας του Τετραδίας, –οἱ ὁποῖοι εἶχαν μετεγκατασταθεῖ ἀπὸ
τὴν Ῥώμη καὶ τοὺς ἀγόρασαν δούλους ἀπὸ τὴν Παμφυλία–, στὶς ψυχὲς ὅμως ἦσαν
ἐλεύθεροι, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ὑπέφεραν νὰ εἶναι δοῦλοι πολὺ καιρὸ σὲ ἀφέντες ἀσεβεῖς
καὶ εἰδωλολάτρες κι ἀντὶ νὰ προσκυνοῦν τὸν Ποιητὴ καὶ πάντων Δημιουργό, νὰ
προσκυνοῦν ἄψυχα εἴδωλα.
Γι’ αὐτὸ λοιπόν, μιὰ φορὰ ὁ Κυριακὸς καὶ ὁ Θεόδουλος, οἱ δύο γυιοὶ τῶν ἁγίων τούτων, τοὺς θύμισαν καὶ τοὺς συμβούλεψαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγκατοικοῦν πλέον μὲ τοὺς ἀσεβεῖς, ἀλλὰ νὰ χωρισθοῦν ἀπὸ αὐτούς, γιὰ νὰ μὴ συναπολεσθοῦν μαζί τους. Ἡ δὲ μητέρα τους εἶπε:
– Τί
νὰ κάνουμε, ἀφοῦ εἶναι ἀφέντες μας;
Οἱ γυιοί
της ἀποκρίθηκαν:
– Ἐμεῖς,
ὦ γονεῖς, ἐλευθερωθήκαμε μὲ τὸ αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν εἴμαστε δοῦλοι
ἀνθρώπων.
Τότε
καὶ ἡ μητέρα συμφώνησε στὰ λόγια τῶν παιδιῶν της.
Ἔτσι,
ἀφοῦ ἔλαβαν δύναμη ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, πῆγαν στὸν ἀφέντη τους Κάταλλο καὶ τὸν
μὲν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸν ὁμολόγησαν ὅτι εἶναι ἀφέντης τῶν ψυχῶν τους, τὸν δὲ Κάταλλο
ὁμολόγησαν ὅτι κατὰ τύχη ἔχει τὴν ἐξουσία μόνο τοῦ σώματός τους‧ καὶ προτιμότερη
εἶναι ἡ ἐξουσία τῶν ψυχῶν ποὺ ἔχει ὁ Δεσπότης Χριστός, παρὰ ἡ ἐξουσία τῶν σωμάτων
τὴν ὁποία ἔχει αὐτός, ἐπειδὴ «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις»,
δηλαδή‧ πρέπει νὰ πειθαρχοῦμε στὸν Θεὸ μᾶλλον, παρὰ στοὺς ἀνθρώπους, ὅπως
εἶπαν οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι (Πράξ. ε΄ 29). Ὁ
Κάταλλος λοιπὸν ἐξεπλάγη ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια‧ καὶ πρὸς τὸ παρὸν μὲν στάλθηκαν
οἱ γυιοὶ μαζὶ μὲ τὴν μητέρα τους πρὸς τὸν πατέρα τους Ἕσπερο ποὺ βρισκόταν σὲ
τόπο λεγόμενο Τριτώνιο. Ὕστερα ὅμως, κάνοντας ὁ Κάταλλος ἑορτὴ γιὰ τὴν γέννηση
ἑνὸς γυιοῦ του, ἀποφάσισε νὰ στείλει σὲ αὐτοὺς οἶνο καὶ κρέατα ἀπ’ ὅσα εἶχε ἑτοιμασμένα
γιὰ τ’ ἀνόσια γενέθλια τοῦ γυιοῦ του, μὲ σκοπὸ νὰ δοκιμάσει, ἂν θὰ φᾶνε ἀπὸ τὰ
εἰδωλόθυτα. Ὁ Κυριακὸς καὶ ὁ Θεόδουλος, ἀφοῦ συνομίλησαν μὲ τὴν μητέρα τους, συναποφάσισαν,
κι ἀντὶ νὰ τὰ φᾶνε οἱ ἴδιοι τὰ ἔρριξαν στοὺς σκύλους καὶ τὰ ἔφαγαν.
Μαθαίνοντας τοῦτο ὁ Κάταλλος, πρῶτα μὲν πρόσταξε νὰ κρεμασθοῦν τὰ παιδιὰ
καὶ νὰ ξεσχίζονται μὲ σιδερένια νύχια, ἐνῶ οἱ γονεῖς ἐνθάρρυναν τὰ παιδιά τους νὰ μὴ ὀλιγοψυχήσουν, ἀλλὰ νὰ ὑπομένουν
ἀνδρείως μέχρι τέλους ἀποβλέποντας στὰ στεφάνια τοῦ μαρτυρίου. Ἔπειτα, πρόσταξε
ὁ Κάταλλος νὰ τοὺς κατεβάσουν καὶ νὰ τοὺς δέρνουν δυνατὰ μαζὶ μὲ τὴν μητέρα τους,
καὶ μετὰ ταῦτα νὰ καυθεῖ ἕνας φοῦρνος καὶ μέσα σ’ αὐτὸν νὰ βάλουν τὰ παιδιὰ
μαζὶ καὶ τοὺς γονεῖς. Κι ἀφοῦ ἔγινε τοῦτο παρέδωκαν οἱ ἅγιοι τὶς ψυχές τους στὸν
Κύριο κ’ ἔτσι ἔλαβαν οἱ μακάριοι τὰ ἄφθαρτα στεφάνια τοῦ μαρτυρίου. Τὸ πρωῒ δέ, ἀκούγονταν φωνές, σὰν νὰ ἔψαλλαν κάποιοι, κι ἀφοῦ ἄνοιξαν τὸν φοῦρνο δὲν βρήκανε
κανένα ἄλλον, παρὰ μόνο τοὺς ἁγίους, νεκροὺς μέν, ἀλλὰ σώους κι ἀβλαβεῖς ἀπὸ
τὴν φωτιά, οἱ ὁποῖοι ἦσαν σχηματισμένοι σὰν νὰ κοιμοῦνταν καὶ γυρισμένοι κατ᾽ ἀνατολάς.
Ταῖς Αὐτῶν
ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ
Ἁγιορείτου, τόμ. 5ος, σελ. 23-25. (Μικρὴ φραστικὴ διασκευή,
ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).