Ἔγινε τίμιος ἄνθρωπος…
τοῦ Στρατηγοῦ Ἰωάννη Μακρυγιάννη*
…Ἕνας ἔκλεψε ἕναν γροῦπον μὲ χρήματα κι᾿
ἐκεῖνος ὁποῦ τὰ εἶχε χάσει ἦρθε καὶ μοῦ εἶπε τὸν κλέφτη. Τὸν φώναξα καὶ τοῦ εἶπα
μὲ τὸ καλὸ νὰ τοῦ δώση τὰ χρήματα πίσου, καὶ νὰ τοῦ δώσω καὶ τὸ παχτζίσι του. Δὲν
στάθη τρόπος νὰ τὰ μαρτυρήση· τὸν παίδεψα, δὲν μαρτύραγε.
Λέγω τῶν ἀξιωματικῶν μου· «Θὰ τὸν δέσω εἰς τὸ κλαρὶ καὶ θὰ βγάλω τὸ μαχαίρι πὼς θὰ τὸν κόψω. Ἐσεῖς θὰ μοῦ κάμετε ριτζὰ κι᾿ ἐγὼ θὰ σᾶς βαρέσω ἀπό ’να δυὸ ξυλιὲς καὶ θὰ σᾶς βγάλω ὄξω ἀπὸ τὸ σαράγι, διὰ νὰ ἰδῆ αὐτὸς ὁποὺ βαρῶ ἐσᾶς τοὺς ἀξιωματικοὺς ν᾿ ἀπολπιστῆ ἀπὸ ριτζάδες, κι᾿ ἂν ἔχη κάμη τὴν κλεψιά, νὰ τὴν μαρτυρήση».





