ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Ματθαίου ΙΘ΄ 16–26)
ΟΜΙΛΙΑ
ΠΕΡΙ ΟΛΙΓΟΠΙΣΤΙΑΣ
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ τοῦ ΘΕΟΤΟΚΗ
ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Ματθαίου ΙΘ΄ 16–26)
ΟΜΙΛΙΑ
ΠΕΡΙ ΟΛΙΓΟΠΙΣΤΙΑΣ
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ τοῦ ΘΕΟΤΟΚΗ
† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ EΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *
Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι
καί εὐλογημένα τέκνα ἐν Κυρίῳ,
Φθάσαντες ἐν νηστείᾳ, προσευχῇ καί κατανύξει τήν λαμπροφόρον καί πανέορτον ἡμέραν τοῦ Ἁγίου Πάσχα, ὑμνοῦμεν καί δοξάζομεν τήν κοσμοσωτήριον Ἔγερσιν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία σηματοδοτεῖ τήν περιφανῆ νίκην τῆς ζωῆς ἐπί τοῦ θανάτου, καινοποιεῖ τήν κτίσιν πᾶσαν καί διανοίγει εἰς τόν ἄνθρωπον τήν ὁδόν τῆς θεώσεως κατά χάριν. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διασώζει τήν πασχάλιον ἐμπειρίαν εἰς τήν λειτουργικήν ζωήν, εἰς τούς ἄθλους τῶν Ἁγίων καί τῶν Μαρτύρων τῆς πίστεως, εἰς τήν ἐσχατολογικήν ὁρμήν τοῦ μοναχισμοῦ, εἰς τήν ἐξαγγελίαν τοῦ Εὐαγγελίου «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς», εἰς τήν θεολογίαν καί τήν δοξολογικήν τέχνην, εἰς τήν καλήν μαρτυρίαν τῶν πιστῶν ἐν τῷ κόσμῳ, εἰς τόν πολιτισμόν τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀλληλεγγύης, εἰς τήν ἀμετακίνητον βεβαιότητα ὅτι τό κακόν δέν ἔχει τόν τελευταῖον λόγον ἐν τῇ ἱστορίᾳ.
Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Ἐγκύκλιος ἀπολυθεῖσα ἐπὶ τῷ ἑορτασμῷ τῆς
1400ῆς ἐπετείου τῆς ὀρθοστάδην ψαλμῳδήσεως τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου διὰ τὴν διάσωσιν
τῆς Βασιλευούσης ἐκ τῆς πολιορκίας τῶν Ἀβάρων καὶ τῶν Περσῶν.
Ἀριθμ. Πρωτ.
265
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
† ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ
ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ ΠΑΡΑ ΘΕΟΥ
***
«Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν, εὐχαριστήρια
ἀναγράφω Σοι ἡ Πόλις Σου, Θεοτόκε!»
Ἐφέτος συμπληροῦνται
χίλια τετρακόσια ἔτη ἀφ’ ὅτου, εἰς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, ἐψάλη ἐπισήμως ἐπ’ ἐκκλησίας,
καὶ μάλιστα ὀρθίων ἱσταμένων πάντων τῶν πιστῶν, τὸ σήμερον παγκοίνως γνωστὸν ὡς
ὁ «Ἀκάθιστος Ὕμνος» Κοντάκιον, ποίημα ὑψήγορον καὶ διθυραμβικόν, ἀναφερόμενον, ἱστορικῶς
καὶ θεολογικῶς, μὲ μοναδικὸν πλοῦτον καλλιεπείας, εἰς τὴν Ἔνσαρκον Θείαν Οἰκονομίαν
καὶ τὴν εἰς αὐτὴν μοναδικὴν συμβολὴν τῆς Παναχράντου Θεομήτορος.
Οἱ προσευχόμενοι πιστοὶ διὰ τοῦ Κοντακίου τούτου χαιρετίζουν εὐσεβῶς τὴν Παναγίαν μὲ ἀλλεπαλλήλους ἐπαναλήψεις τῆς πρώτης πρὸς τὴν Κεχαριτωμένην προσφωνήσεως τοῦ εὐαγγελιζομένου τὴν χάριν καὶ τὴν χαρὰν Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, τῆς λέξεως «Χαῖρε», δι᾽ ἧς φανεροῦται τὸ «ἀπ᾽ αἰῶνος μυστήριον» καὶ συγκροτεῖται τῆς «σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον». Ἡ εἰς τὸν Ὕμνον τοῦτον ἐπανάληψις τοῦ «Χαῖρε» ἐπὶ ἑκατὸν τεσσαράκοντα τέσσαρας φορὰς πρὸς τὴν Παμμακάριστον Παρθένον, ἔχει προδήλως μυστικὴν ἔννοιαν. Παραπέμπει εἰς τὰς ἑκατὸν τεσσαράκοντα τέσσαρας χιλιάδας τῶν ἁγνῶν ἐκείνων Ἁγίων τῆς Ἀποκαλύψεως, τῶν ᾀδόντων ἐν κιθάρᾳ τὴν «καινὴν ᾠδὴν» ἐνώπιον τοῦ Θρόνου τοῦ Θεοῦ καὶ «ἀκολουθούντων τῷ Ἀρνίῳ ὅπου ἂν ὑπάγῃ» [1]. Ἁγνεύων ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ κατά τε τὸ ἦθος καὶ τὸ δόγμα, ἀφωσιωμένος ἕως ἐσχάτου εἰς τὸν σαρκωθέντα Θεὸν Λόγον, καὶ ἡνωμένος ἀρρήκτως μετ’ Αὐτοῦ, ὑμνεῖ τὴν σωτηριώδη Θείαν Οἰκονομίαν καὶ ταυτοχρόνως χαιρετίζει ἐν ᾠδαῖς ᾀσμάτων μουσουργικῶν τὴν Ὑπερένδοξον Μητέρα τοῦ Κυρίου καὶ Μητέρα τῆς Ἐκκλησίας, τὴν κραταιὰν προστασίαν αὐτῆς καὶ τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματός της!
† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο
Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, EΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *
Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι
καί προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,
Ἀξιωθέντες καί πάλιν
νά φθάσωμεν τήν μεγάλην ἑορτήν τῆς κατά σάρκα Γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ,
δοξολογοῦμεν τήν «ἄφραστον καί ἀκατάληπτον συγκατάβασιν» Αὐτοῦ, τοῦ Σωτῆρος
τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων καί Λυτρωτοῦ ἁπάσης τῆς κτίσεως ἐκ τῆς φθορᾶς, ἀναβοῶντες
μετά τῶν Ἀγγέλων «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»[1].
Ὁ Χριστός ἀπεκαλύφθη ὡς «Ἐμμανουήλ»[2], ὡς «Θεός μεθ᾿ ἡμῶν» καί «ὑπέρ ἡμῶν», ὡς Θεός πλησίον ἑνός ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, ὡς «καί ἡμῶν αὐτῶν συγγενέστερος»[3]. Ὁ «ὁμοούσιος» τῷ Θεῷ Πατρί προαιώνιος Λόγος, καθώς ἐδογμάτισεν ἡ ἐν Νικαίᾳ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ 1700ή ἐπέτειος ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς ὁποίας ἐτιμήθη πρεπόντως ὑπό τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου κατά τό παριππεῦον ἔτος, «ὁμοιοῦται τῷ ἰδίῳ ποιήματι», σαρκωθείς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου, «ἵνα τούς ἀνθρώπους θεούς ἀποδείξῃ».
Τί εἶναι
ὁ Ἰησοῦς;
«Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ»
(Ματθ. α΄ 21)
Ἀρχιμ.
Δανιὴλ Ἀεράκη*
Διάδρομος προσγειώσεως
Γιορτάζουμε
Χριστούγεννα; Ποτὲ ἄλλοτε τὸ ἐρώτημα αὐτὸ δὲν ἦταν τόσο ἐπιτακτικό, ὅσο σήμερα.
Χριστούγεννα σημαίνουν: Γεννᾶται ὁ Χριστός! Τὸ ὅτι γεννήθηκε, τὸ γνωρίζουμε. Τὸ
ὅτι γεννᾶται μέσα στὴν φάτνη, ποὺ λέγεται Ἐκκλησία, ἐπίσης. Τὸ ἂν θὰ γεννηθεῖ
μέσα στὴν καρδιά μας καὶ μέσα στὴν κοινωνία μας, αὐτὸ δὲν γνωρίζουμε.
• Ἂν γεννηθεῖ ὁ Χριστός,
πρέπει νὰ πεθάνει ἡ κακία.
• Ἂν γεννηθεῖ ὁ Χριστός, πρέπει νὰ πεθάνει τὸ μῖσος, ὅπως, ὅταν ἀνατέλλει ὁ ἥλιος, πεθαίνει τὸ σκοτάδι. Εἶναι βαθὺ τὸ σκοτάδι σήμερα. Παχυλό, ἀδιαπέραστο. Διαφορετικὰ δὲν ἐξηγεῖται τόσο κακὸ στὴν κοινωνία μας. Ὁ Χριστὸς ἦλθε νὰ ἀγγελοποιήσει τὴν κοινωνία, καὶ ἡ κοινωνία ἀποκτηνώνεται συνεχῶς, ὅλο καὶ «ζουγκλοποιεῖται».
Ταπείνωση καὶ κλήση
«Ἐπὶ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον»
(Λουκ. ε΄ 5)
Ἀρχιμ.
Δανιὴλ Ἀεράκη*
Τὸ βάθος
Ἔχει βάθος τὸ Εὐαγγέλιο.
Ὅσοι δὲν γνωρίζουν κολύμπι, αὐτοὶ φοβοῦνται καὶ τὰ πόδια τους ἀκόμη νὰ βάλουν
στὰ ρηχά. Πολὺ περισσότερο δὲν μποροῦν νὰ κολυμπήσουν στὰ βαθειά, νὰ κάνουν
βουτιὰ στὰ βάθη τῆς θάλασσας καὶ νὰ ἰδοῦν τὶς ὀμορφιὲς καὶ τοὺς θησαυρούς, ποὺ
κρύβει ἡ θάλασσα στὰ ἀπύθμενα βάθη της. Ἔτσι κι ἐμεῖς, οἱ σημερινοὶ χριστιανοί,
εἴμεθα ρηχοί. Ἐλάχιστα γνωρίζουμε καὶ ἐλάχιστα ζοῦμε τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ
θαῦμα τοῦ Θεοῦ συντελεῖται στὸ βάθος.
• Ὁ Θεὸς εἶναι βάθος ἀνεξιχνίαστο. Ἂν τὸ βλέμμα μας χάνεται στὰ βάθη τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὸν ἐξερευνήσουμε, ἔστω καὶ ἂν διαθέτουμε τὸ τελειότερο διαστημόπλοιο, τὸ μυαλό μας χάνεται στὸ βάθος τοῦ οὐρανίου Θεοῦ, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἐξερευνήσουμε στὴν οὐσία Του, ἀλλὰ καὶ νὰ μετρήσουμε τὶς ἐνέργειές Του. Καὶ ἂν ἀκόμη διαθέτουμε τὴν ἰσχυρότερη διάνοια, δὲν μποροῦμε νὰ εἰσχωρήσουμε καὶ νὰ ἑρμηνεύσουμε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Μπροστὰ στὸ βάθος τοῦ Θεοῦ στέκει ἀπορῶν ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ ἀναφωνεῖ: «Ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ! ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ» (Ρωμ. ια΄ 33).
Ἀπόσβεση χρεῶν
«Ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων»
(Ματθ. ιη΄ 24)
Ἀρχιμ.
Δανιὴλ Ἀεράκη*
Πῶς λύνει τὶς
διαφορές του ὁ Θεός; Πῶς λύνουν τὶς διαφορές τους οἱ ἄνθρωποι; Μὲ πόλεμο λύνουν
τὶς διαφορές τους οἱ ἄνθρωποι. Καὶ αὐτό, διότι ὑπάρχουν συμφέροντα καὶ μίση. Ἀβυσσαλέο
πολλὲς φορὲς τὸ μῖσος μεταξὺ τῶν κρατῶν, μεταξὺ τῶν ἐθνοτήτων μέσα στὸ ἴδιο
κράτους, μεταξὺ πόλεων, μεταξὺ οἰκογενειῶν, μεταξὺ συζύγων, μεταξὺ ἀδελφῶν, μεταξὺ
ἀνθρώπων. Ἔχουν πολυετεῖς ἀνοικτοὺς λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους ἐπιχειροῦν νὰ
τακτοποιήσουν μὲ κάποια βρισιά, μὲ κάποια προσβολή, μὲ κάποια μαχαιριά, μὲ κάποιο
πυροβολισμό, κάποτε μὲ λυσσώδη πόλεμο. Ἡ ἐκδικητικότητα τὸ κίνητρο τῶν ἐνεργειῶν
τους.
Καὶ λησμονοῦμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ὅτι ἔχουμε ὅλοι ἀνοικτὸ λογαριασμὸ μὲ τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶχε ἀνοικτὸ λογαριασμὸ καὶ μὲ ἕνα σύνδουλό του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ἀφεντικό του. Ὁ συνάδελφος τοῦ χρωστοῦσε ἑκατὸ δηνάρια, κάτι λίγα σημερινὰ χιλιάρικα. Ὁ ἴδιος χρωστοῦσε στὸ ἀφεντικό του μύρια τάλαντα, πολλὰ σημερινὰ ἑκατομμύρια δραχμές. Ἀξίζει νὰ δοῦμε τὴν λύση, ποὺ δόθηκε στοὺς δύο λογαριασμούς.
«Ὁ κόσμος
δὲν μεταμορφώνεται οὔτε μὲ τὴν βία οὔτε μὲ τοὺς πολέμους…»
Σὲ συγκινησιακὰ φορτισμένη ἀτμόσφαιρα ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος τέλεσε τὸ ἀπόγευμα τῆς Τρίτης, 5 Αὐγούστου 2025, τὸν Ἁγιασμὸ τῶν θυρανοιξίων τοῦ ἀνακαινισμένου Ναϋδρίου τῆς Σκήτης τῆς Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Χριστοῦ, στὴν Χάλκη των Πριγκηποννήσων, καὶ ἀκολούθως χοροστάτησε στὸν Μ. Ἑσπερινό.
Στὴν ὁμιλία του, ἀμέσως μετά, ἀναφέρθηκε στὴ σημασία τῆς Δεσποτικῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, σημειώνοντας ὅτι ἐπὶ τοῦ Θαβὼρ οἱ μαθητὲς εἶδαν τὸν Κύριο "ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ", καὶ στὴ συνέχεια εἶπε:
«Ὅταν κανεὶς ἔχει εἰσέλθει εἰς αὐτὴν τὴν περιοχὴν τῆς θεωρίας τοῦ Ἰησοῦ ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, ἔχει λυτρωθῇ ἐκ τῆς δουλείας τῆς ἀνάγκης καὶ τοῦ πόνου. Οἱ ἄλλοι, ὅμως; Οἱ πολλοί; Αὐτοὶ ἀκόμη περιμένουν ἐναγωνίως στὶς παρυφὲς τοῦ Θαβὼρ τὴν Μεταμόρφωσι, προκειμένου νὰ λυτρωθοῦν ἀπὸ τὸν πόνο, τὴν ἀσθένεια, τὴν ἀνάγκη. Ὅπως οἱ ἀδελφοί μας στὴν πολύπαθη Γάζα. Παρακολουθοῦμε μὲ ἀποτροπιασμὸ τὶς σκηνὲς τῶν ἀμάχων, τῶν ἀθώων παιδιῶν νὰ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα, ἀλλὰ καὶ τῶν αἰχμαλώτων νὰ σκάβουν οἱ ἴδιοι τοὺς τάφους τους. Εἶναι πραγματικὰ ντροπὴ γιὰ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, ὅπως τὸ εἶπα καὶ χθές! Γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβέστεροι, οἱ εἰκόνες αὐτὲς δὲν παρουσιάζουν τίποτε τὸ ἀνθρώπινο. Εἶναι κυριολεκτικῶς ἀπάνθρωπες!
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΑΘΩ
Τὶς τελευταῖες ἡμέρες παρακολουθοῦμε μὲ
περισυλλογὴ τὴν δημόσια συζήτηση ποὺ ἄνοιξε μὲ ἀφορμὴ τὴν πρόσφατη
ἐπίσκεψη τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδας στὸ Ἅγιον Ὄρος, μὲ σχόλια, τὰ ὁποῖα
ἐνίοτε ἐκδηλώνουν ἀπορία, καχυποψία, εἰρωνεία ἢ καὶ θυμό.
Ἐρωτήματα
φορτισμένα, συχνὰ καλοπροαίρετα, ἀλλὰ καὶ παγιδευμένα σὲ μία θεώρηση
περισσότερο ἀνθρώπινη παρὰ ἐκκλησιαστική. Κατανοοῦμε αὐτὲς τὶς ἐρωτήσεις.
Δὲν τὶς ἀπορρίπτουμε. Ὅμως ὀφείλουμε νὰ ἀπαντοῦμε μὲ ἐκκλησιαστικὸ λόγο, ταπεινό, διακριτικό, ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὴν Παράδοση, καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐκθέτουμε τὴν πραγματικότητα ὅπως ἔχει.
Πατριαρχική
καί Συνοδική Ἐγκύκλιος Ἐπιστολή ἀπολυθεῖσα ἐπί τῷ
ἑορτασμῷ τῆς 1700ῆς ἐπετείου τῆς ἐν Νικαίᾳ Α΄
Οἰκουμενικῆς Συνόδου
† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ
ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ
Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ ΠΑΡΑ ΘEΟΥ
* * *
Ὕμνον εὐχαριστίας ἀναπέμπομεν τῷ πανσθενουργῷ, παντεπόπτῃ καί παντευεργέτῃ Θεῷ τῷ ἐν Τριάδι, τῷ ἀξιώσαντι τόν λαόν Αὐτοῦ φθάσαι τήν 1700ήν ἐπέτειον τῆς ἐν Νικαίᾳ Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τῆς πνευματοκινήτως μαρτυρησάσης περί τῆς γνησίας πίστεως εἰς τόν συνάναρχον τῷ Γεγεννηκότι καί παναληθῶς Αὐτῷ ὁμοούσιον Θεόν Λόγον, «τόν δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα καί σαρκωθέντα καί ἐνανθρωπήσαντα, παθόντα καί ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καί ἀνελθόντα εἰς τούς οὐρανούς, καί ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς».
† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ
ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ
Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ EΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ
ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΟΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *
Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί τέκνα
ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,
Ἐλέῳ καί δυνάμει Θεοῦ διαπλεύσαντες ἐν
προσευχῇ καί νηστείᾳ τό πέλαγος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί
φθάσαντες εἰς τό παμφαές Πάσχα, ἀνυμνοῦμεν τόν κατελθόντα μέχρις ᾍδου ταμείων
καί «ἀπεργασάμενον πᾶσιν εἰσηκτόν τόν
Παράδεισον» διά τῆς ἐκ νεκρῶν Ἐγέρσεως Αὐτοῦ Κύριον τῆς δόξης.
Ἡ Ἀνάστασις δέν εἶναι ἀνάμνησις ἑνός γεγονότος ἀπό τό παρελθόν, ἀλλά «καλή ἀλλοίωσις» τῆς ὑπάρξεώς μας, «ἄλλη γέννησις, βίος ἕτερος, ἄλλο ζωῆς εἶδος, αὐτῆς τῆς φύσεως ἡμῶν μεταστοιχείωσις»[1]. Ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι ἀνακαινίζεται ὁμοῦ μετά τοῦ ἀνθρώπου ἡ σύμπασα κτίσις. Ὅταν ψάλλωμεν τήν Γ΄ ᾠδήν τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα, τό «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια· ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις τήν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται», τότε διακηρύσσεται ὅτι ὁλόκληρον τό σύμπαν εἶναι στερεωμένον καί πλῆρες ἀνεσπέρου φωτός. Ὄχι μόνον διά τήν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀλλά καί διά τήν ὅλην δημιουργίαν, ἰσχύει τό «πρό Χριστοῦ» καί τό «μετά Χριστόν».
ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ
ΕΠΙ Τῌ ΕΝΑΡΞΕΙ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ
ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ 2025
+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ
ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,
ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ
ΕΙΡΗΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ
ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ
*
* *
Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί τέκνα
ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,
Εἰσερχόμεθα καί πάλιν, εὐδοκίᾳ καί
χάριτι τοῦ ἀγαθοδότου Θεοῦ, εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, τήν
εὐλογημένην περίοδον νηστείας καί μετανοίας, πνευματικῆς ἐγρηγόρσεως καί
συμπορεύσεως μετά τοῦ ἐρχομένου πρός τό ἑκούσιον πάθος Κυρίου, ἵνα φθάσωμεν
προσκυνῆσαι τήν λαμπροφόρον Αὐτοῦ Ἀνάστασιν, καί ἀξιωθῶμεν ἐν αὐτῇ τῆς ἡμετέρας
«διαβάσεως» ἐκ τῶν ἐπιγείων εἰς «ἅ
ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α΄
Κορ. β΄ 9).
Εἰς τήν ἀρχαίαν Εκκλησίαν, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἦτο περίοδος προετοιμασίας τῶν κατηχουμένων διά τό βάπτισμα, τό ὁποῖον ἐτελεῖτο κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν τῆς Ἀναστάσεως. Τήν ἀναφοράν πρός τό βάπτισμα διασώζει καί ἡ θεώρησις καί βίωσις τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ὡς κατ᾿ ἐξοχήν καιροῦ μετανοίας, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς «ἀνάκλησις βαπτίσματος» καί ὡς «δεύτερον βάπτισμα», ὡς «συνθήκη πρός Θεόν δευτέρου βίου», ἀναβίωσις δηλαδή τῶν δωρεῶν τοῦ βαπτίσματος καί ὑπόσχεσις πρός τόν Θεόν δι᾿ ἔναρξιν νέας πορείας ζωῆς. Αἱ ἀκολουθίαι καί ἡ ὑμνολογία τῆς περιόδου συνδέουν αὐτόν τόν πνευματικόν ἀγῶνα τῶν πιστῶν μέ τήν προσδοκίαν τοῦ Πάσχα τοῦ Κυρίου, διά τῆς ὁποίας ἡ τεσσαρακονθήμερος νηστεία ἀναδίδει εὐωδίαν πασχαλίου χαρᾶς.
† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ
ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ
Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, EΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ
ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *
Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί τέκνα
ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,
Ἄνωθεν εὐδοκίᾳ ἐφθάσαμεν καί ἐφέτος εἰς τήν πανέορτον ἡμέραν τῆς κατά σάρκα Γεννήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, τοῦ ἐλθόντος εἰς τήν γῆν καί συναναστραφέντος ἡμῖν «δι᾿ ἄφατον φιλανθρωπίαν». Τιμῶμεν ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ἐν χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ τό μέγα μυστήριον τῆς Ἐνανθρωπήσεως, τό «πάντων καινῶν καινότατον, τό μόνον καινόν ὑπό τόν ἥλιον»[1], διά τοῦ ὁποίου διανοίγεται εἰς τόν ἄνθρωπον ἡ ὁδός τῆς κατά χάριν θεώσεως καί ἀνακαινίζεται ἡ σύμπασα κτίσις. Τά Χριστούγεννα δέν εἶναι βίωσις συναισθηματισμῶν, οἱ ὁποῖοι «γρήγορα ἔρχονται καί ἀκόμη ταχύτερα παρέρχονται». Εἶναι ὑπαρξιακή μετοχή εἰς τό ὅλον γεγονός τῆς Θείας Οἰκονομίας. Καθώς μαρτυρεῖ ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος[2], ἡ ἡγεσία τοῦ κόσμου ἠθέλησεν ἐξ ἀρχῆς νά ἀφανίσῃ τό Θεῖον Βρέφος. Διά τούς πιστούς, ὁμοῦ μέ τό «Χριστός γεννᾶται» τῆς ἑορτῆς τῆς Σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατρός καί τούς πενθίμους κώδωνας τοῦ Πάθους, συνηχεῖ πάντοτε τό «Χριστός Ἀνέστη», τό εὐάγγελον μήνυμα τῆς νίκης κατά τοῦ θανάτου καί τῆς προσδοκίας τῆς κοινῆς ἀναστάσεως.
«Τὸ κύριον ἔργον
τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἡ καῦσις τῆς καρδίας ὑπὸ τῆς θείας ἀγάπης…»
Τοῦ
Οίκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ.κ.
ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ*
«Ἡ καιομένη, συνεπῶς, καρδία τοῦ μοναχοῦ ἀγαπᾶ πρωτίστως τὸν Θεὸν καὶ ἐν ταὺτῷ πᾶσαν τὴν κτίσιν, τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα, τὰ λογικὰ καὶ ἄλογα, ἄνευ διακρίσεων, μερισμῶν καὶ προϋποθέσεων. Ἐκ τῆς πεπυρωμένης, ὑπὸ τῆς θείας ἀγάπης, καρδίας τοῦ μοναχοῦ ἐκπορεύεται ἡ προσευχή, ἥτις εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ὑπὲρ τοῦ κόσμου προσφορά. Οἱ μοναχοί, ἐκ τῆς ἡσυχίας τοῦ ταμιείου των, πραγματικοῦ καὶ νοητοῦ, δύνανται διὰ τῆς εὐχῆς ἀκόμη καὶ τὰ ὄρη νὰ διατάξουν νὰ βληθοῦν εἰς τὴν θάλασσαν (πρβ. Μτ. 21, 21). Ὁ μοναχὸς δὲν ἐμπλέκεται εἰς τὰς ὑποθέσεις τοῦ κόσμου, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ συμφύρεται μὲ τὸν κόσμον, δὲν ὀρέγεται ἀξιώματα καὶ τιμᾶς, πολλῷ δὲ μᾶλλον, νὰ ἀσκῇ ποιμαντικὴν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ νὰ ἐπεμβαίνη εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, «προφάσει εὐσεβείας». Ἀσφαλῶς, οἱ μοναχοὶ ἠμποροῦν νὰ συμμετέχουν εἰς τὸ ἔργον τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ὑπὸ τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν καθοδήγησιν τοῦ Ἐπισκόπου ἀλλὰ ὡς ἔκτακτον καὶ παράπλευρον διακόνημα, καθ᾽ ὅτι τὸ κύριον ἔργον τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἡ καῦσις τῆς καρδίας ὑπὸ τῆς θείας ἀγάπης.
«Τό διαρκές μήνυμα τῆς Βασιλείας τῶν
οὐρανῶν…»
Τοῦ
Οίκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ.κ.
ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ*
«Ἡ ὕπαρξις Ὀρθοδόξου τινός Μονῆς, ἐδῶ εἰς τούς ἀντίποδας τῆς Γῆς, ὁμοιάζει ὡς γεγονός παράδοξον καί οὕτως εἰπεῖν ξένον, ἰδίως μάλιστα εἰς τήν παροῦσαν συγκυρίαν καί ἐποχήν, τοὐτέστιν εἰς τήν ἐποχήν τῆς μετανεωτερικότητος, τῆς ταχύτητος, τῆς εἰκόνος καί δή τῆς χυδαίας τοιαύτης, τῆς εἰδωλοποιήσεως – οὐ μήν ἀλλά καί θεοποιήσεως- τῆς ὕλης, τῆς ἐκπτώσεως τῶν ὑγιῶν ἀρχῶν καί ἀξιῶν…
Ἀλλ᾽ ὅμως ὁ Μοναχισμός, κατά τήν διδασκαλίαν συγχρόνου τινός
μεμαρτυρημένης ἁγιότητος Γέροντος, εἶναι «τό διαρκές μήνυμα τῆς Βασιλείας
τῶν οὐρανῶν καί διά τόν ἴδιον τόν μοναχόν καί διά τόν κόσμον ὁλόκληρον.
Ὁποιανδήποτε διακονίαν ἐπιτελεῖ ὁ μοναχός, αὕτη ὑπενθυμίζει εἰς αὐτόν τήν Βασιλείαν
τοῦ Θεοῦ». Συνεπῶς, ὁ μοναχισμός εἶναι ὁ διαπρύσιος κῆρυξ καί ὁ ὀτρηρός
ἀγγελιαφόρος τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἥτις θά πρέπῃ νά εἶναι καί τό πρώτιστον
μέλημά μας, κατά τό Κυριακόν λόγιον, «ζητεῖτε δέ πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ
Θεοῦ» (Μτ. 6, 33). Ἐάν, λοιπόν, ἡ ἁγία ἡμῶν Ἐκκλησία ἔχῃ ὡς σκοπόν νά
μεταμορφώσῃ τόν κόσμον ὁλόκληρον εἰς Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὕπαρξις ἑνός
Μοναστηρίου εἰς ἕνα τόπον, ὄχι μόνον δέν ἀποτελεῖ παράδοξον, ἀλλά εἶναι ὅ,τι τό
φυσικώτερον καί εὐλογημένον, καθώς συνιστᾷ νησῖδα, προεικόνισιν καί πρόγευσιν
τῆς Ἐρχομένης Βασιλείας.»
* Ὑπέροχο ἀπόσπασμα ἀπ’ τὴν ὁμιλία τῆς Α.Θ.Π. τοῦ Οίκουμενικοῦ
Πατριάρχου κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του στὴν Ἱερὰ Μονὴ Παντανάσσης στὸ Σύδνεϋ τῆς
Αὐστραλίας (7η Ὀκτωβρίου 2024).
Βάση καὶ ὑπέρβαση
«Καθὼς θέλετε ἵνα πoιῶσιν ὑμῖν οἱ
ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως»
(Λουκ.
ς΄ 31)
Ἀρχιμ.
Δανιὴλ Ἀεράκη*
Λύση
ὅλων τῶν προβλημάτων
Ζητεῖται
λύση! Γιὰ ποιό πρόβλημα; Μὰ ὅλη ἡ ζωή μας κατάντησε πρόβλημα. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε πρόβλημα.
Πρόβλημα γιὰ τὸν ἑαυτό του. Πρόβλημα γιὰ τοὺς ἄλλους.
Ὅλη ἡ κοινωνία ἔγινε μία ἀπέραντη προβληματικὴ ἐπιχείρηση. Προβληματικὲς ἐπιχειρήσεις ὑπάρχουν, διότι ὑπάρχουν προβληματικὰ πρόσωπα. Ὅσο κι ἂν ἡ ζωὴ βιομηχανοποιήθηκε, ὅσο κι ἂν οἱ χειρωνακτικὲς ἐργασίες περιορίσθηκαν, ἡ ζωὴ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι μία ἐπι - χείρηση! Στὸ χέρι μας, δηλαδή, εἶναι ἡ λύση ὅλων τῶν προβλημάτων. Στὴν σωστὴ κίνηση, ποὺ θὰ προβοῦμε, βρίσκεται ἡ ἐπιτυχία ἢ ἡ ἀποτυχία στὴν ζωή.
Κάθε τόσο ἐργαζόμενοι κάνουν ἀπεργία. Ζητοῦν συνήθως νὰ κατοχυρωθοῦν τὰ δικαιώματά τους, νὰ αἰσθάνονται ἀσφάλεια στὴν ζωή. Ἀλλ’ ὅποιος νόμος καὶ ἂν ψηφισθῇ στὴν Βουλή, δὲν θὰ λύσει τὰ προβλήματα τῶν ἀνθρώπων, ἂν δὲν δεχθοῦν οἱ ἄνθρωποι τὸν νόμο, ποὺ δὲν ψηφίσθηκε ἀπὸ ἀνθρώπινη βουλή, ἀλλὰ ψηφίσθηκε ἀπὸ τὴν βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ νόμο, ὄχι περιορισμένης ἰσχύος, ἀλλὰ μὲ αἰώνιο κῦρος. Δὲν εἶναι νόμος – φωτογραφία, γιὰ ὁρισμένες μόνο τάξεις ἀνθρώπων ἢ γιὰ λίγα μόνο πρόσωπα, ἀλλ’ εἶναι νόμος προορισμένος γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς κατοίκους τῆς γῆς. Ὁ νόμος αὐτὸς λύνει ὅλα τὰ προβλήματα, κατὰ τὸν δικαιότερο καὶ τελειότερο τρόπο.