Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, συγγραφέας τῆς Κλίμακας
Κυριακὴ Δ΄ Νηστειῶν.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ὁ σάρκα καὶ ζῶν νεκρὸς ὢν Ἰωάννης
αἰωνίως ζῇ, καὶ νεκρὸς φανεὶς ἄπνους.
Σύγγραμμα λιπὼν Κλίμακα τῇ ἀνόδῳ,
δείκνυσιν αὐτοῦ πορείαν τῆς ἀνόδου.
Ὁ ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Ἰωάννης ἦταν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Ἰουστίνου τοῦ νεώτερου τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ἐν ἔτει φο΄ (570). Ὅταν ἔγινε δεκαέξι χρόνων ἀφοῦ ἔλαβε ἐμπειρία στὴν ἐγκύκλιο καὶ ἐξωτερικὴ σοφία προσέφερε ἔκτοτε τὸν ἑαυτό του στὸν Θεὸ ὡς θυσία ἱερώτατη. Ἔτσι, ἀφοῦ ἀνέβηκε στὸ ὄρος Σινᾶ ζοῦσε κάτω ἀπὸ τὴν ὑποταγὴ γέροντος· κι ἀφοῦ ἔφθασε στὸν δέκατο ἔνατο χρόνο τῆς ἡλικίας του ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴν ὑποταγὴ καὶ πῆγε στὸ στάδιο τῆς ἡσυχίας, μακρυὰ ἀπὸ τὸ Κυριακὸ τῆς Σιναϊτικῆς Σκήτης, ἕως πέντε σημεῖα· ὀνομαζόταν ὁ τόπος ἐκεῖνος Θωλᾶς. Ἐκεῖ λοιπὸν διῆλθε ὁ ἀοίδιμος σαράντα ὁλόκληρους χρόνους καταφλεγόμενος καθημερινὰ ἀπ’ τὸν διακαῆ ἔρωτα καὶ ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τοῦτος ἔτρωγε μὲν ἀπ’ ὅλα τὰ φαγητά, τὰ ὁποῖα εἶναι συγχωρημένο (ἐπιτρέπεται) νὰ τρώγουν οἱ μοναχοί, ἀλλ’ ἀπὸ λίγο. Κ’ ἔκαμε τοῦτο γιὰ νὰ συντρίβει πάνσοφα, -ἔτσι διακριτικὸς καθὼς ἦταν-, τὸ κέρατο τῆς ὑπερηφάνειας, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ τὸν ἐνοχλεῖ, ἐὰν δὲν ἔτρωγε, ὡς διαφορετικὸν ἀπὸ τοὺς ἄλλους μοναχούς.









