Ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ θαυματουργός
Ἑορτάζει τὴν γ΄
(3η) Ἰουνίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ἀθανασίῳ ἀθανασίας
στέφος,
Ὁσιότης τε καὶ τὰ
θαύματα πέλει.
Τοῦτος ὁ ἅγιος πατὴρ ἡμῶν Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος γέμισε θαύματα τὸ μοναστῆρι τὸ ὀνομαζόμενο τοῦ Τραϊανοῦ, ἦταν ἀπὸ τὴν χώρα τῶν Κιβυρραιωτῶν, γυιὸς γονέων μετρίων στὸ γένος καὶ στὸν πλοῦτο. Ὅταν ἔφτασε σὲ κατάλληλη ἡλικία, ἐβδελύχθη τὸν κόσμο καὶ πῆγε στὴν ἔρημο, ὅπου εἶχε –σύμφωνα μὲ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλο– ἕνα μόνο χιτῶνα· τρέχοντας δὲ ἀπὸ τόπο σὲ τόπο κι ἀνταμώνοντας πνευματικοὺς ἄνδρες ἀπορροφοῦσε σὰν σφουγγάρι τὶς ἀρετὲς ἐκείνων. Ἕνας μοναχός, ποὺ ἦταν πρὶν ἄρχοντας τῆς βασιλικῆς συγκλήτου, εἶχε δικό του μοναστῆρι στὸν ποταμὸ Σαγγάριο, στὸ ὁποῖο βρισκόντουσαν μοναχοὶ σκληροὶ κι ἀπειθεῖς. Ἔτσι λοιπόν, ἀφοῦ δὲν τοὺς ἄντεχε βγῆκε ἀπὸ τὸ μοναστῆρι του καὶ πήγαινε σὲ τόπο μακρινό· στὸν δρόμο συνάντησε τὸν ὅσιο Ἀθανάσιο καὶ συνομίλησε μαζί του μὲ τόση εὐλάβεια, ὥστε νόμιζε ὅτι ὁ ὅσιος στάλθηκε ἀπὸ τὸν Θεό‧ γι’ αὐτὸ τὸν πῆρε καὶ τὸν ἔφερε στὸ μοναστῆρι του. Κ’ ἐπειδὴ ὁ μακάριος Ἀθανάσιος ἦταν γεμάτος ἀπὸ κάθε ἀρετὴ καὶ πνευματικὴ κατάσταση, μετέβαλε τοὺς σκληροὺς ἐκείνους μοναχοὺς στὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, ἄλλοτε μὲν ὠφελῶντας τους καὶ μόνο μὲ τὸ νὰ βλέπουν τὸ σχῆμα του, ἄλλοτε δὲ καὶ μὲ τὰ λόγια τοὺς παρακαλοῦσε καὶ τοὺς δίδασκε.






