Ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Χριστοφόρος
Ἑορτάζει τὴν θ΄ (9η) Μαΐου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Τὸν Χριστοφόρον οἶδά τε Χριστοφόρος,
Χριστῷ τυθέντα τῷ Θεῷ διὰ ξίφους.
Τοῦτος ὁ ἅγιος ἦταν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Δεκίου ἐν ἔτει σν΄ (250)· λέγονται δὲ περὶ τούτου μερικὰ τερατώδη καὶ παράδοξα, ὅτι ἦταν δηλαδὴ κυνοπρόσωπος1, καταγόμενος ἀπὸ τὴν χώρα τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τρώγουν τοὺς ἀνθρώπους. Κι ὅταν πιάστηκε σὲ πόλεμο ἀπὸ ἕνα κόμητα, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ μιλήσει, προσευχήθηκε καὶ στάλθηκε σ’ αὐτὸν ἄγγελος Κυρίου λέγοντας· «Ρέπρεβε, ἀνδρίζου» (ἔτσι ὀνομαζόταν τότε)· κι ἀφοῦ ἔπιασε τὰ χείλη του ὁ ἄγγελος τὸν ἔκαμε νὰ λαλεῖ ἐλεύθερα. Ἔπειτα πῆγε ὁ Ἅγιος ἐντὸς τῆς πόλεως καὶ ἤλεγχε τοὺς Ἕλληνες (εἰδωλολάτρες) ποὺ ἐδίωκαν τοὺς Χριστιανούς· ἕνεκα τούτου δάρθηκε ἀπὸ ἕνα ἄρχοντα Βάκχιον ὀνομαζόμενο, πρὸς τὸν ὁποῖο ἀποκρίθηκε ὁ Ἅγιος ὅτι· «ταπεινούμενος θεληματικὰ ἀπὸ τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ στάθηκα καὶ μ’ ἔπιασαν, ἐπειδή, ἐὰν ἐγὼ θελήσω νὰ κινήσω τὸν θυμό μου καὶ τὴν ἀνδρεία μου, οὔτε ἐσένα θὰ φοβηθῶ, οὔτε τὴν δύναμη τοῦ βασιλέως, ἡ ὁποία, ὡς πρὸς τὴν δική μου δύναμη εἶναι ἀσθενὴς καὶ τίποτε».





