Ἡ ἁγία μεγαλομάρτυς Εἰρήνη
Ἑορτάζει τὴν ε΄
(5η) Μαΐου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Εἰρηνικῶς τέθνηκας αὖθις, Εἰρήνη.
Ξίφει θανοῦσα καὶ βιώσασα ξένως,
Εἰρήνη τμηθεῖσα ἀνέγρετο καὶ θάνε πέμπτῃ.
Ἡ ἁγία Εἰρήνη ἦταν μοναχοπαίδι ἑνὸς μικροῦ βασιλέως τοῦ
Λικινίου καὶ μητέρα της ἦταν ἡ Λικινία‧ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Μαγεδών1,
ἐν ἔτει τιε΄ (315), κι ὀνομάσθηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς της Πηνελόπη. Ἐπειδὴ ἦταν
ὡραία καὶ ὑπερέβαινε στὸ κάλλος ὅλες τὶς κόρες τοῦ καιροῦ της, διὰ τοῦτο ζοῦσε,
μαζὶ μὲ δεκατρεῖς ὡραῖες ὑπηρέτριες, ἐπάνω σ’ ἕνα ὑψηλὸ πύργο ποὺ ἔκτισε ὁ πατέρας
της, ἔχοντας πολὺ πλοῦτο καὶ θρόνο καὶ τραπέζι καὶ λυχνία, τὰ ὁποῖα ἦσαν χρυσᾶ.
Ὅταν ἀποφασίσθηκε ἀπὸ τὸν πατέρα της νὰ μένει ἐντὸς τοῦ πύργου, ἦταν ἕξι χρονῶν
παιδαγωγεῖτο δὲ καὶ διδασκόταν ἀπὸ ἕνα γέροντα ποὺ ὀνομαζόταν Ἀπελλιανός, τὸν
ὁποῖο διόρισε ὁ πατέρας της Λικίνιος.
Μιὰ μέρα λοιπόν, βλέπει ἡ ἁγία ἕνα περιστέρι, ποὺ μπῆκε στὸν πύργο καὶ βαστοῦσε ἕνα κλαδὶ ἐλιᾶς στὸ στόμα του, τὸ ὁποῖο ἔβαλε πάνω στὸ χρυσὸ τραπέζι. Ὁμοίως εἶδε κι ἕνα ἀετό, ποὺ βάσταζε ἕνα στεφάνι πλεγμένο ἀπὸ ἄνθη, τὸ ὁποῖο ἔβαλε καὶ αὐτὸ πάνω σ’ αὐτὸ τὸ τραπέζι. Ἔπειτα εἶδε ἕνα κόρακα, ποὺ μπῆκε ἀπὸ τὸ ἄλλο παράθυρο καὶ βάσταζε ἕνα φίδι, τὸ ὁποῖο ἀπέθεσε πάνω στὸ ἴδιο τραπέζι. Καὶ βλέποντας τοῦτα ἡ κόρη ἀποροῦσε καὶ συλλογιζότανε, τί ἆραγε νὰ σημαίνουν!






