Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Δευτέρα
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Σώφρων Ἰωσὴφ δίκαιος κράτωρ ὤφθη
καὶ σιτοδότης· ὢ καλῶν θημωνία!
Τὴν συναγωγὴν συκῆν Χριστὸς Ἑβραίων,
καρπῶν ἄμοιρων πνευματικῶν εἰκάζων,
ἀρᾷ ξηραίνει· ἧς φύγωμεν τὸ πάθος.
Τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Δευτέρα φέρνουμε στὴν ἐνθύμησή μας δύο ἱερὰ διηγήματα, ἕνα τοῦ μακαρίου Ἰωσὴφ τοῦ Παγκάλου, γυιοῦ τοῦ Πατριάρχου Ἰακώβ, καὶ ἄλλο τῆς ξηρανθείσης συκῆς, ποὺ διηγοῦνται τὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια· καὶ ἀπὸ τοῦτα κάνουμε ἀρχὴ τῶν Ἁγίων Παθῶν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὀ Ἰωσὴφ παραλαμβάνεται εἰς τύπον τοῦ Χριστοῦ, διότι στάθηκε γυιὸς τελευταῖος τοῦ Πατριάρχου Ἰακώβ, ἀπὸ τὴν Ραχὴλ γεννηθείς, φθονήθηκε ὅμως ἀπὸ τοὺς ἴδιους του τοὺς ἀδελφοὺς ἐξ αἰτίας κάποιων ὀνειράτων, ποὺ εἶδε καὶ τὰ διηγήθηκε σ’ αὐτούς, τὰ ὁποῖα φανέρωναν πὼς ἔχουν νὰ τὸν προσκυνήσουν. Καὶ πρῶτα μὲν τὸν ἔβαλαν μέσα σ’ ἕνα ξηρόλακκο, τάχα μὴ θέλοντας νὰ τὸν θανατώσουν, μετὰ ταῦτα βγάνοντάς τον ἀπ’ τὸν λάκκο τὸν πώλησαν σκλάβο στοὺς Ἰσμαηλῖτες γιὰ τριάντα ἀργύρια, καὶ αἱματώσαντες τὸ φόρεμά του μὲ αἷμα προβάτου μὲ αὐτὸ ἐξηπάτησαν τὸν γέροντα τὸν πατέρα του, διότι τὸ ἔφεραν σ’ αὐτὸν καὶ τὸν ἔκαμαν νὰ πιστεύσει πὼς τὸν ἔφαγαν τὰ θηρία ἔξω στὴν ἔρημο. Οἱ δὲ Ἰσμαηλῖτες πηγαίνοντας στὴν Αἴγυπτο τὸν πούλησαν καὶ αὐτοὶ στὸν ἀρχιευνοῦχο τοῦ βασιλιᾶ ποὺ ὀνομαζόταν Πετεφρῆς.








