Οἱ ἅγιοι 40 Μάρτυρες
Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ ἀνάμεσα σὲ ξίφη καὶ φλόγες, σὲ θηρία καὶ μαρτύρια καὶ ἄλλα ἀπάνθρωπα βασανιστήρια, προχωροῦσε σὰν φλόγα κι αὐτὸ ἄϋλη καὶ θεία κι ἄναψε στὶς ψυχὲς τὸν θεῖο ἔρωτα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καὶ κατέτρωγε σὰν φωτιὰ ἀνίκητη τὸν ἁμαρτωλὸ τῆς εἰδωλολατρείας κόσμο.
Ἀρχὲς τοῦ 4ου μ.Χ. αἰῶνα. Ὁ Λικίνιος, ἀντίπαλος τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, εἶχε κηρύξει νέο διωγμὸ τῶν Χριστιανῶν. Ἕνα τάγμα βάδιζε κατὰ τὸν Πόντο γιὰ νὰ ἐπιδοθεῖ στὸν διωγμὸ τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως καὶ μέσα στὸν εἰδωλολατρικὸ στρατὸ εἶχε ἔλθει ἡ φωτιὰ τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Φωτιὰ γιὰ νὰ φωτίσει, γιὰ νὰ θερμάνει, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ κατακαύσει τὴν παρανομία. Σαράντα ἀπ’ τοὺς στρατιῶτες, οἱ καλλίτεροι ἤτανε Χριστιανοί. Ὁ Ἔπαρχος τῆς Καππαδοκίας Ἀγρικόλας, τρόμαξε ὅταν τοῦ ἔφεραν τὴν εἴδηση. Τοὺς φώναξε κοντά του, τοὺς ἐπαίνεσε, τοὺς ὑπενθύμισε πὼς ἦταν οἱ καλλίτεροι στὸ τάγμα καὶ πὼς δὲν πίστευε πὼς ἦταν ἀλήθεια ὅτι πίστευσαν τὴν Χριστιανικὴ θρησκεία. Τοὺς παρεκάλεσε νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα γιὰ νὰ δεῖ ὁ κόσμος πὼς ἦταν ψέμματα καὶ διαδόσεις ὅσα λεγότανε γι’ αὐτούς.







