Ἡ ἁγία μάρτυς Θεοδοσία ἡ παρθένος
Ἑορτάζει τὴν κθ΄ (29η) Μαΐου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Πνίγει θαλάσσης Θεοδοσίαν ὕδωρ,
Τρέφει δὲ Χριστὸς εἰς ἀναψυχῆς ὕδωρ.
Εἰκάδι Θεοδοσίην ἐνάτῃ πέφνε ρεῦμα θαλάσσης.
Τούτη ἡ ἱερὰ καὶ παναγία κόρη καταγόταν ἀπὸ τὴν Τύρο ποὺ βρίσκεται στὴν Φοινίκη, κι ὅταν ἔφθασε στὸ δέκατο ὄγδοο ἔτος τῆς ἡλικίας της πιάσθηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ δέθηκε. Κατὰ τὸν καιρὸ ποὺ κάθισαν οἱ κριτὲς καὶ οἱ ἄρχοντες γιὰ νὰ κρίνουν κάποιους Χριστιανοὺς ὁμολογητὲς τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τοὺς καταδικάσουν, τότε καὶ ἡ Ἁγία Θεοδοσία ὁδηγήθηκε δέσμια μπροστὰ στὸν ἄρχοντα Οὐρβανό, ὁ ὁποῖος τὴν πρόσταξε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Ἁγία δὲν πείσθηκε, ὁ θηριώδης ἡγεμόνας τόσο φοβερὰ βάσανα προξένησε στὰ πλευρὰ καὶ στοὺς μαστοὺς τῆς μάρτυρος, ὥστε οὔτε αὐτὰ τὰ κόκκαλα, οὔτε αὐτὰ τὰ ἐντόσθια καὶ τὰ σπλάγχνα της ἀφῆκε ὁ ἀπάνθρωπος ἀβασάνιστα. Ἡ δὲ Ἁγία μὲ μεγάλη ἀνδρεία καὶ σιωπὴ ὑπέμεινε ὅλες τὶς τιμωρίες αὐτὲς χωρὶς νὰ λαλήσει ὁλοτελῶς· κι ἐνῶ ἀκόμη ἦταν ζωντανή, τὴν ρώτησε πάλι ὁ ἡγεμόνας, παρακινῶντας νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἡ δὲ μάρτυς βλέποντας τὸν ἡγεμόνα προσεκτικὰ ἄνοιξε τὸ στόμα της καὶ χαμογελῶντας τοῦ εἶπε:







