ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Ματθαίου ΙΖ΄ 14–23)
ΟΜΙΛΙΑ
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΤ’
ΑΥΤΟΥ ΟΠΛΩΝ
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ τοῦ ΘΕΟΤΟΚΗ*
Γιατί ἆραγε ὁ Εὐαγγελιστὴς
Ματθαῖος ἀποσιώπησε ὅλα τὰ πάθη, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα βασάνιζε ἐλεεινῶς
τὸν σεληνιαζόμενο, σημείωσε ὅμως μὲ ἀκρίβεια ὅτι πολλὲς φορὲς τὸν κατακρήμνιζε στὸ
πῦρ καὶ πολλὲς φορὲς στὸ ὕδωρ; Ἔχει πολὺ ἀξιόλογο νόημα ἡ σημείωση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ.
Δύο εἶναι οἱ πηγὲς ὅλων τῶν ἁμαρτημάτων, ὁ θυμὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία. Ὅποιο ἁμάρτημα κι ἂν σκεφτεῖς, αὐτὸ ἢ ἀπὸ τὸν θυμὸ ἢ ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία ἀναβλύζει. Φιλονικίες, ἀνυποταξίες, ἔχθρες, καταπιέσεις, ἀσπλαγχνίες, προδοσίες, ὕβρεις, συκοφαντίες, πληγές, τραύματα, πόλεμοι, φόνοι, βλασφημίες καὶ μύρια ἄλλα φοβερὰ ἁμαρτήματα ἔχουν πατέρα τὸν θυμό. Ἁρπαγές, ἀδικίες, ἐπιβουλές, φθόνοι, πορνεῖες, μοιχεῖες, μέθες, γαστριμαργίες κι ἄλλα πάμπολλα ἔργα τοῦ σκότους εἶναι βλαστήματα τῆς κακῆς ἐπιθυμίας. Κι ὅποιον ὑποδουλώσει ὁ Διάβολος, πολλάκις τὸν βάζει στὸ πῦρ, δηλαδὴ τὸν ρίχνει στὰ φλογερὰ ἁμαρτήματα τοῦ θυμοῦ, καὶ πολλάκις στὸ ὕδωρ, δηλαδὴ στὰ παραπτώματα τῆς κακῆς ἐπιθυμίας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος μὲ τόση ἀκρίβεια σημείωσε ὅτι τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτο πολλὲς φορὲς ἔριχνε τὸν δαιμονιζόμενο στὸ πῦρ καὶ πολλὲς φορὲς στὸ ὕδωρ. Κάτι τέτοιο καὶ ὁ προφητάναξ Δαβὶδ σήμαινε, ὅταν εὐχόμενος ἔλεγε: «Ἡμέρας ὁ ἥλιος οὐ συγκαύσει σε, οὐδὲ ἡ σελήνη τὴν νύκτα» (Ψαλμ. ρκ΄ 6), ὑπονοῶντας, διὰ τῆς συγκαύσεως τοῦ ἡλίου, τὴν φλόγα τοῦ θυμοῦ, καὶ διὰ τῆς νυκτερινῆς σελήνης, τὶς σαρκικὲς ἡδυπάθειες. Μετὰ τὸ πάθος καὶ τὸν σταυρὸ τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀληθῶς ἐξασθένισε ἡ δύναμη τῶν δαιμόνων. «Νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου», ἔλεγε ὁ Δεσπότης τῶν ἁπάντων, «νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω» (Ἰωάν. ιβ΄ 31). Καὶ ἀληθῶς ἐξεβλήθη, διότι, μετὰ τὴν ἔνσαρκη παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἔγιναν ἄλαλα τὰ εἴδωλα ποὺ μιλοῦσαν καὶ μάντευαν τὰ μέλλοντα‧ ἔκλεισαν τὸ στόμα τους τὰ χρηστήρια (μαντεῖα) καὶ οἱ ψευδοχρησμολόγοι1‧ σχεδὸν σβήστηκε ἡ πολυθεΐα, ἢ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ὀρθότερα, ἡ λατρεία τῶν δαιμόνων‧ λιγόστεψαν οἱ δαιμονιζόμενοι, οὐδεμία ἐξουσία ἔχει ὁ Διάβολος σ’ ὅσους εὐσεβῶς καὶ δικαίως ἐτελεύτησαν· ἀνοίχθηκε γιὰ τοὺς εὐσεβεῖς καὶ φιλάρετους ἡ πύλη τοῦ παραδείσου ποὺ ἡ ἀπάτη του ἔκλεισε, καὶ κλείστηκε τὸ στόμα τοῦ ᾅδη, ποὺ αὐτὸς ἄνοιξε· ἔμεινε ὅμως σ’ αὐτὸν μόνο ἡ ἐξουσία νὰ πειράζει. Ὁ μὲν μακάριος Πέτρος λέει ὅτι «ὁ δαίμων ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 8)· ὁ δὲ θεηγόρος Παῦλος μᾶς καταγγέλλει ὅτι δὲν παλεύουμε μὲ ἀνθρώπους, ποὺ ἔχουν αἷμα καὶ σάρκα, ὅπως καὶ ἐμεῖς, «ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφεσ. στ΄ 12)· ὁ ἴδιος Ἀπόστολος μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ Διάβολος ἔχει «μεθοδείας» δηλ. τεχνάσματα (αὐτ. 11), ἔχει «παγίδες» (Α΄ Τιμ. γ΄ 7 καὶ Β΄ Τιμ. β΄ 26), ἔχει «βέλη πεπυρωμένα» δηλ. φλογερὰ βέλη (Ἐφεσ. στ΄, 16), μετασχηματίζεται καὶ σὲ «ἄγγελο φωτός» (Β΄ Κορ. ια΄ 14).

