Ἡ Προσευχή
Τὴν προσευχή μου,
Κύριε, πάντα νὰ δυναμώνῃς
καὶ
νὰ τῆς δίνῃς πτέρυγας σἂν τοῦ χρυσαετοῦ·
μὲ
καθαρμοὺς καὶ δάκρυα κοντά Σου νὰ μ’ ὑψώνῃς
κι᾽ ἂς μὴ βουλιάξω στὸν πηλὸ τοῦ σκήνους τοῦ θνητοῦ.
Ἡ Προσευχή
Τὴν προσευχή μου,
Κύριε, πάντα νὰ δυναμώνῃς
καὶ
νὰ τῆς δίνῃς πτέρυγας σἂν τοῦ χρυσαετοῦ·
μὲ
καθαρμοὺς καὶ δάκρυα κοντά Σου νὰ μ’ ὑψώνῃς
κι᾽ ἂς μὴ βουλιάξω στὸν πηλὸ τοῦ σκήνους τοῦ θνητοῦ.
Ἡ ἐρημία τῆς πόλεως
Φοβήθηκαν
καὶ φύγανε ὅλοι οἱ κάτοικοί της
γιατὶ
θαφτῆκαν μονομιᾶς πολλοὶ μέσα στὴ γῆ της.
Καὶ
ἔμεινε παντέρημος ἡ πόλις ἡ μεγάλη
κι᾽
ἦταν κάτι ποὺ δύσκολα ὁ νοῦς μπορεῖ νὰ βάλῃ.
Μοῦ
ἔτυχε καὶ βρέθηκα σ᾽ αὐτὴ τὴν Πολιτεία
κι᾽ ἦταν ὁ σάλος ἀφορμή, ὁ πόλεμος αἰτία.
«Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν…»
«Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν,
εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ
προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς.» (Ματθ. ε΄ 44)
«Μηδενὶ
κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόντες.» (Ρωμ.
ιβ΄ 17)
«Ὁρᾶτε
μή τις κακὸν ἀντὶ κακοῦ τινι ἀποδῷ.»
(Α΄ Θεσσ. ε΄ 15)
– Ὅσοι μοῦ κάνανε καλὸ πάντα καλὸ μαζί
τους
κι’ ἡ Εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἂς σκέπῃ τὴν ψυχή τους.
Ὁ Γέρος
«Ξένος
ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με» (Ματθ.
κε΄ 43)
Ἐγνώρισ’
ἕνα γέροντα, χρόνια πολλὰ εἶν’ τώρα
ποὔχε
γυρίσει ἄλλοτες κάθε χωριὸ καὶ χώρα
καὶ
ἤξερε τὸν κόσμο αὐτὸ κι’ ἀπὸ τὶς δυὸ μεριές του
κι’
εἶδε καὶ λύπες καὶ χαρὲς στὶς μέρες τὶς δικιές του.
Καὶ
μοῦ διηγόταν κἄποτε ἀπὸ τὰ περασμένα
ἕνα
κακὸ ποὺ τοὔτυχε σἂν δούλευε στὰ ξένα·
«Ἐφτώχυνα,
παιδάκι μου, κι’ ἀρρώστησα ὁ δόλιος
καὶ
γέρος καθὼς ἤμουνα ὁ κόσμος ἦταν ὅλος
πίκρα,
κακία, κι’ ἦταν γραφτὸ γιὰ τότε τὴ ζωή μου
πεῖνα καὶ ψεῖρα, ξενητειά, νὰ τυραννῇ παιδί μου.
«Πλοῦτον καὶ πενίαν μή μοι δὸς»
(Παροιμ.
λ΄ 8)
Παρακαλῶ
Σε, Κύριε, πλοῦτον νὰ μὴ μοῦ δώσῃς
μὰ
κι’ ἀπ’ τῆς φτώχειας τὸν πικρὸ ζυγὸ νὰ μὲ γλυτώσῃς.
Εἶναι
μεγάλος κίνδυνος τὸ κοφτερὸ μαχαῖρι
ὁποὺ
πολὺ μικρὸ παιδὶ σ’ ἀδέξια χέρια φέρει.
Ἀλλὰ
καὶ φόρτωμα βαρὺ δὲν εἶν’ γιὰ τὸν καθένα
καὶ θέλει κόκκαλα γερά, κορμιὰ ἀνδρειωμένα.
Πρόσεχε μὴν περιφρονεῖς
Ἀπ’
ὅσα ζῶα ἔχει ἡ γῆ, πιὸ δυνατὸ ποιό εἶναι;
Ἄκου·
καὶ σύ ’πάνω σ’ αὐτὸ σκέψου καλὰ καὶ κρίνε.
Ἀπ’
ὅλα τὸ πιὸ δυνατό, ναί ! εἶναι τὸ μυρμῆγκι
ἂν
καὶ σἂν δύσκολα αὐτὸ χωράει στὸ μηλίγκι.
– Βάρος
σηκώνει ὁ ἄνθρωπος σἂν καὶ τὸν ἑαυτό του
μὰ τὸ μυρμῆγκι ὀκτὼ φορὲς τὸ σῶμα τὸ ’δικό του.
Τὸ ψεῦδος
Ἀφ’
ὅτου ἐκατάλαβα στὸν κόσμο ὅτι βγαίνω
σαράντα
φορὲς ψέμματα καὶ μίαν ἀλήθεια «κραίνω».
Μὰ
καὶ οἱ γύρω μου θαρρῶ κι’ αὐτοὶ τὸ ψέμμα λένε·
σἂν
κλαῖν’ γελᾶνε μέσα τους, κι’ ὅταν γελᾶνε κλαῖνε.
Βαρέθηκα
καὶ δὲν μπορῶ τὰ γύρω μου νὰ βλέπω
θὰ
πάρω μαυρομάντηλο τὰ μάτια μου νὰ σκέπω.
Θὰ
κλείσω καὶ τὸ στόμα μου θὰ κλείσω καὶ τ’ αὐτιά μου
νὰ σιάξῃ
τὸ κεφάλι μου, ν’ ἀλαφρωθῇ ἡ καρδιά μου.
(«Τὰ ποιήματα τοῦ καλόγερου», τόμος Γ΄,
Ἀθῆναι 1975, σελ. 165.)
Οἱ τρεῖς φίλοι
«Μακάριοι
οἱ ἐλεήμονες ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται»
(Ματθ.
ε΄ 7).
«Ἐλεημοσύνη
ρύεται ἐκ θανάτου» (Τωβίτ, δ΄ 10).
Ἐδῶ
καὶ χρόνια κἄμποσα ἐζοῦσε σ’ ἕναν τόπο
ἕνας
ἀφέντης ξακουστὸς μὲ βιός, ὄνομα, τρόπο.
Κι’ εἶχε
ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τρεῖς φίλους ’γκαρδιακούς του·
μ’
αὐτοὺς πάντα τὸν ἔβλεπες κι’ αὐτοὺς εἶχε «δικούς του».
Μὰ ὄχι·
γιάτ’ ἂν ἤθελα νὰ πῶ τὴν πᾶσ’ ἀλήθεια
μόνον
τοὺς δυὸ τοὺς πρωτινοὺς τοὺς εἶχε μέσ’ στὰ στήθια·
μ’
ἐκεῖνον ποὺ ἐρχότανε τρίτος μετὰ τοὺς ἄλλους,
οὔτε
ἀγάπη εἶχε πολλή, οὔτε δεσμοὺς μεγάλους.
Εὐτυχισμένες
’πέρναγαν οἱ μέρες καὶ τὰ χρόνια
καὶ θἄθελ’ ὁ ἀφέντης μας ἔτσι νά ’ζοῦσε αἰώνια.
Ὁ Τίμιος Σταυρὸς
Στὸν κόσμο αὐτὸ τὸν μάταιο
ποὺ ὁ καθεὶς διαβαίνει
τί ἄλλο ἀπ’ τὸ θάνατο ’μπορεῖ νὰ περιμένῃ
σἂν τὴ ζωή του βέβαιο
ποὺ κάθε μέρα ζῇ.
Θἀρθῇ λοιπὸν μία στιγμὴ
νύχτα ἢ μεσημέρι
τὸ δειλινὸ ἢ τὸ πρωῒ
χειμῶνα ἢ καλοκαῖρι
ὅπου τὸ φῶς στὰ ’μάτια του
γιὰ πάντα θὰ σβυσθῇ.
Εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον
Οὐρανῶν ἡ Πλατυτέρα
Δέσποινα Σὺ τοῦ Παντὸς
τοῦ Υἱοῦ Σου ἡ ἡμέρα
φῶς μου κι’ ἥλιος νἄν’ ἐντός.
Στοὺς μεταστάντες
Ὁ
τάφος εἶναι παγερός, τῆς κρύας λήθης κτῆμα
μὰ
δὲν χωρίζει τὶς ψυχές, πολλὲς φορές, τὸ μνῆμα.
Ναὶ
τῆς ἀγάπης ὁ δεσμὸς ἂν τὶς ψυχὲς ἑνώσῃ
εἶν’
εὔκολο στὴ λήθη, λές, νὰ τόνε χαλαρώσῃ;
Σᾶς
ἐνθυμοῦμαι πάντοτε νεκροὶ ἀγαπημένοι
καὶ σκέπτομαι πὼς καὶ ἐμὲ ὁ τάφος περιμένει.
Ἡ πενία
Ἡ
πενία ἣν οἱ πάντες ἀπεχθάνονται καὶ φρίττουν
καὶ τὸν
φέροντα μετ’ οἴκτου δυστυχῆ παντοῦ κηρύττουν
σύντροφος
εἶν’ ὠφελείας κι’ ἔργον πόθου καὶ εὐχῆς
διὰ
πάντα ὅστις τρέχει εἰς τοὺς Οὐρανοὺς ταχύς.
(«Τὰ ποιήματα τοῦ καλόγερου», τόμος Γ΄, Ἀθῆναι
1975, σελ. 171.)
– Ἡ βουλιμία τοῦ νοῦ –
– Ὅταν τὸ φῶς τῆς πίστεως τὰ μάτια
σου φωτίσῃ
κι’
ἡ Χάρις ἄϋλη αὐγὴ καὶ λάμψι ἐντός σου χύσῃ
τότε
τοῦ νοῦ σου πιὰ τὸ πρὶν ἀχόρταγο στομάχι
γιὰ
γνώσεις ὄρεξι πολλὴ ἀνθρώπινες δὲ θἄχῃ.
Τὸ φῶς αὐτὸ δός μου τρανό, Σωτήρ, μέσ’ στὴν
ψυχή μου
κι’ ἂς προχωρῇ «ἐκ πίστεως εἰς πίστιν» ἡ ζωή μου.
(«Τὰ ποιήματα τοῦ καλόγερου», τόμος Γ΄,
Ἀθῆναι 1975, σελ. 155.)
Εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον
Αἱ θλίψεις μου εἶναι πολλαί, κι’ οἱ πειρασμοὶ
μεγάλοι
Κι ἐλπίδα πλὴν Σοῦ, Δέσποινα, δὲν ἔχω ὁ
τάλας ἄλλη.
(«Τὰ ποιήματα τοῦ καλόγερου», τόμος Γ΄,
Ἀθῆναι 1975, σελ. 93.)
Ἕκαστος ἐν τῷ στοιχείῳ του
Ὁ ναύτης πλέων εἰς τὰ πελάγη
ἄτρομος μένει καὶ ἀκλινὴς
εἰς ὄρη ὅμως ὅταν ὑπάγῃ
πολλάκις πίπτει κάτω πρηνής.
(«Τὰ ποιήματα τοῦ καλόγερου», τόμος Β΄,
Ἀθῆναι 1973, σελ. 143.)
Ὁ φόβος τοῦ σαρκίου
Ὁ φόβος μὴ στὴν ἄσκησι τὸ σῶμα κακὸ γίνῃ
εἶν’ μηχανὴ τοῦ δαίμονος ὁποὺ συχνὰ μᾶς στήνει.
Μὰ ἂν μ’ ἐλπίδα στὸ Θεὸ τὸ φόβο ἀποσείσῃς
καὶ εἰς Αὐτὸν τὴν μέριμναν τοῦ σώματος ἀφήσῃς
ρομφαίαν κατὰ κεφαλῆς τοῦ πονηροῦ σὺ στρέφεις
καὶ τὶς κακές του μηχανὲς «εἰς τέλος» καταστρέφεις.
Ὁ Ἀληθὴς καὶ μόνος Μονάρχης
Ἕνα μονάχα προσκυνῶ καὶ σέβομαι ’γὼ στέμμα
Ἐκείνου ποὔχυσε γιὰ μὲ τὸ Ἅγιό του αἷμα.
Εἶν’ ἀπ’ ἀγκάθια ποὺ τρυποῦν τὴ θεία κεφαλή Του
κι’ ἀστράφτει γύρω «δύναμιν ζωῆς ἀκαταλύτου»*.
Τὸ ἔργον τοῦ Χριστιανοῦ
«Ἓν δέ… κατὰ
σκοπὸν διώκω…»
(Φιλιπ.
γ΄ 14)
– Πράξεις,
λόγους του ρυθμίζει
πρὸς τὸν Νόμον τοῦ Θεοῦ
τρόπους, σχῆμα ἐναρμονίζει
πρὸς τὸ θέλημα Αὐτοῦ
«νόημα πᾶν
αἰχμαλωτίζει
στὴν Ὑπακοὴν
Χριστοῦ».1
«Ἐπὰν δὲ ὁ
ἰσχυρότερος … νικήσῃ αὐτόν»
(Λουκ. ια΄ 22)
Μὴ θαρρέψης μόνος
εἰς τὴν μάχην τοῦ κακοῦ.
Λίγες ἡμέρες γνώρισα –τὸ ἔχω στὴν ψυχή μου–
μὲ καθαρὴ καὶ ἤρεμη τὴ φαύλη νόησί μου.
Δὲν κρύβω τὴν κατάπικρη καὶ φοβερὴ ἀλήθεια
ὁ νοῦς μου εἶν’ μαύρη κόλαση· στεῖλέ μου Σὺ βοήθεια.
Σἂν προσπαθήσω μόνος μου νὰ φέρω τὴν γαλήνη
πιὸ πολὺ ’μπλέχω στῶν παθῶν καὶ λογισμῶν τὴ δίνη.
Υἱὲ Θεοῦ
συχώραμε, Χριστὲ συμπάθησέ με
κι’ ἀπ’ τὴ
μανία τοῦ ἐχθροῦ ἐν τάχει λύτρωσέ με.
Τὸ εἶπαν κι’ ἄλλοι πιὸ μπροστά, τὤπαν γιὰ τὸν καθένα
μὰ ’γὼ νομίζω μοναχὰ πὼς τὤπανε γιὰ μένα: