Ὁ ἅγιος μάρτυς Κορνήλιος
ὁ ἑκατόνταρχος
Ἑορτάζει τὴν ιγ΄
(13η) Σεπτεμβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ζωῆς ἀπίστου
Κορνήλιον ἐξάγεις,
Πιστῶν ἀπαρχὴν
τῶν ἀπ’ ἐθνῶν Χριστέ μου.
Τοῦτος ὁ θεῖος Κορνήλιος δὲν ἦταν Ἰουδαῖος οὔτε ἀπὸ τοὺς ὑποκειμένους στὸν παλαιὸ νόμο, ἀλλ’ ἦταν ἐθνικὸς καὶ ἀπερίτμητος, στὸ ἀξίωμα ἑκατόνταρχος, ἀπὸ τὴν σπεῖρα, δηλαδὴ τὴν τάξη τὴν καλούμενη ἰταλική. Ἦταν εὐσεβὴς καὶ φοβούμενος τὸν Θεὸ μαζὶ μὲ ὅλο τὸ σπιτικό του καὶ ζοῦσε τὴν ζωὴ τῶν χριστιανῶν, ἂν κι ἀκόμη δὲν εἶχε ἀξιωθεῖ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, οὔτε εἶχε λάβει τὸ θεῖο βάπτισμα.
Τοῦτος λοιπὸν διατρίβοντας (διαμένοντας) στὴν
Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, εἶδε Ἄγγελο Κυρίου ποὺ τὸν παρακινοῦσε νὰ καλέσει τὸν
ἀπόστολο Πέτρο καὶ ν’ ἀκούσει ἀπ’ αὐτὸν ὅσα ἔπρεπε. Γι’ αὐτὸ στέλνει ἀμέσως καὶ
φέρνει τὸν κορυφαῖο, στὸν ὁποῖο εἶχαν ἀποκαλυφθεῖ τὰ περὶ τοῦ Κορνηλίου διὰ τῆς
αἰνιγματώδους ἐκείνης θεωρίας τῶν ἑρπετῶν καὶ θηρίων στὸ σεντόνι· ἐπειδή, ἄν δὲν
ἔβλεπε ἐκείνη τὴν θεωρία ὁ Πέτρος, σίγουρα δὲν θὰ καταδεχόταν νὰ πάει σὲ ἄνθρωπο
ἀπερίτμητο καὶ ἐθνικό. Ὅταν λοιπὸν πῆγε στὸ σπίτι του ὁ Ἀπόστολος, εὐθὺς πρόσπεσε
στὰ πόδια του ὁ Κορνήλιος, κι ἀφοῦ κατηχήθηκε τὴν πίστη, βαπτίσθηκε αὐτὸς καὶ οἱ
λοιποὶ ὅσοι συνάχθηκαν στὸν οἶκο του.
Ἀπὸ τότε λοιπὸν κ’ ὕστερα
συναναστρεφόταν μὲ τοὺς ἀποστόλους· κι ἀφοῦ οἱ ἀπόστολοι ἀναχώρησαν ἀπ’τὰ Ἱεροσόλυμα
μετὰ τὸν φόνο καὶ τὴν λύπη τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, καὶ διασκορπίσθηκαν στὴν
οἰκουμένη, τότε τοὺς συντρόφευσε κι ὁ θεῖος Κορνήλιος μέχρι τὴν Φοινίκη, Κύπρο
καὶ Ἀντιόχεια‧ ἀλλ’ οὔτε ὅταν ἦσαν οἱ ἀπόστολοι στὴν Ἔφεσο, χωρίστηκε ἀπ’ αὐτοὺς
ὁ Κορνήλιος. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ἀπόστολοι ἔμαθαν, ὅτι στὴν πόλη τῶν Σκεψέων ἐπικρατοῦσε ἡ πλάνη τῶν εἰδώλων κ’ ἔβαλαν λαχνούς, ποιός νὰ πάει ἐκεῖ
γιὰ νὰ κηρύξει, κι ὁ λαχνὸς ἔπεσε στὸν Κορνήλιο, γι’ αὐτὸ ἀμέσως πῆγε σ’ αὐτὴν ὁ
ἱερὸς ἀπόστολος, εὐαγγελιζόμενος τὴν πίστη στὸν Χριστό.
Μαθαίνοντας τοῦτο ὁ
τοπάρχης τῶν Σκεψέων Δημήτριος, ἄνδρας σοφὸς καὶ δεινὸς στὴν θρησκεία τῶν εἰδωλολατρῶν,
ἔφερε μπροστά του τὸν ἱερὸ Κορνήλιο, ὁ ὁποῖος μὲ παρρησία ὁμολόγησε τὸν Χριστό·
ἔπειτα, ἀφοῦ προσποιήθηκε ὅτι θέλει τάχα νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς, μπῆκε στὸν ναό
τους κι ἀφοῦ προσευχήθηκε βγῆκε ἔξω. Τότε μέγα θαῦμα ἔκαμε ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ,
διὰ μέσου τοῦ ὁποίου προσείλκυσε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ ὅλους τοὺς ἐκεῖ εὑρισκομένους·
διὰ μέσου δηλαδὴ τῆς προσευχῆς του αἰφνιδίως ἔγινε μέγας σεισμός, ἀπ’τὸν ὁποῖο ἔπεσε
ὁ ναός. Καὶ τὰ μὲν εἴδωλα σύντριψε καὶ κατέχωσε, τὴν δὲ γυναῖκα τοῦ τοπάρχη Δημητρίου,
ὀνόματι Εὐανθία, μαζὶ μὲ τὸν γυιό της, τοὺς φύλαξε παραδόξως ζωντανοὺς κάτω ἀπ’τὸ
χῶμα.
Ὁ δὲ Δημήτριος προτοῦ νὰ τὰ
μάθει αὐτά, συγκρότησε κριτήριο (δικαστήριο), καὶ σκεφτόταν μὲ ποιά πικρότατα
βασανιστήρια νὰ τιμωρήσει τὸν ἅγιο· πλὴν ὅμως, ἐπειδὴ κ’ ἔτυχε τότε νὰ εἶναι ἑσπέρα,
πρόσταξε κ’ ἔριξαν τὸν ἅγιο στὴν φυλακὴ δεμένο χειροπόδαρα. Τότε λοιπὸν μαθαίνει
καὶ τὰ συμβάντα στὴν γυναῖκα καὶ τὸν γυιό του, κ’ εὐθὺς πέφτει σὲ πένθος καὶ
βαρύτατη λύπη· προστάζει ὅμως νὰ βρεθοῦν τὰ σώματά τους, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο μαθαίνει
ἀπ’τὸν ἀρχιερέα τῶν εἰδώλων, ὅτι παρ’ ἐλπίδα, ἡ γυναῖκα κι ὁ γυιός του εἶναι
ζωντανοὶ κι ἐπικαλοῦνται τὸν Κορνήλιο. Ἔτσι, τρέχει δρομαῖος στὴν φυλακὴ καὶ βρίσκοντας
τὸν Κορνήλιο νὰ ἔχει, ἀπὸ ἅγιο ἄγγελο, λυθεῖ ἀπ’τὰ δεσμά του καὶ νὰ ὑμνεῖ τὸν
Θεό, πρόσπεσε στὰ πόδια του κι ἔλεγε ὅτι πιστεύει στὸν Χριστό, ἂν δεῖ ζωντανοὺς
τὴν γυναῖκα καὶ τὸν γυιό του.
Ὁ δὲ ἅγιος, ἀφοῦ ἔβγαλε ἀπ’τὸ χῶμα ὑγιεῖς τὴν γυναῖκα καὶ
τὸν γυιό, τοὺς βάπτισε μαζὶ μὲ τὸν Δημήτριο κι ὅλους τοὺς ἀνθρώπους του· ἔπειτα
βάπτισε καὶ ὅλη τὴν πόλη, δηλαδὴ τοὺς πολίτες τῶν Σκεψέων, φωτίζοντάς τους διὰ
τῆς θεογνωσίας. Μὲ τέτοια λοιπὸν ἔργα τελείωσε τὴν ἀποστολική του ζωὴ ὁ ἀοίδιμος,
καὶ ἀπῆλθε μὲ γῆρας βαθὺ πρὸς τὸν Κύριο. Κι ἀμέσως φύτρωσε μία βάτος ἀπ’τὴν γῆ,
ἡ ὁποία σκέπασε τὸν τάφο τοῦ ἀποστόλου κ’ ἐνεργοῦσε πολλὰ θαυμάσια. Ἔπειτα καὶ
ναὸς λαμπρὸς κατασκευάστηκε ἐκεῖ εἰς τιμὴν τοῦ ἀποστόλου· κι ὅταν ἔμελλε νὰ γίνει
ἡ μετάθεση τῶν λειψάνων του, τότε ἡ τιμία κιβωτὸς ποὺ εἶχε τὸ λείψανο, ὦ τοῦ
θαύματος! σὰν ἔμψυχη καὶ ζωντανή, κινήθηκε μόνη της καὶ μπῆκε στὸν ναό, κι ἀφοῦ
στάθηκε κοντὰ στὸ ἅγιο βῆμα, ἀπὸ τότε ἐνεργεῖ θαυματουργίες ἕως σήμερα.
Ταῖς
Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν»
τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 1ος, σελ. 131-134. (Μικρὴ φραστικὴ
διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).