Ὁ ἅγιος μάρτυς Μάμας
Ἑορτάζει τὴν β΄
(2α) Σεπτεμβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ἀκμαῖος ὢν
Τριάδος εἰς πίστιν Μάμας,
Ἀκμαῖς
τριαίνης καρτερεῖ τετρωμένος.
Δευτερίῃ χολάδες Μάμαντος χῦντο τριαίνῃ.
Τοῦτος ὁ ἅγιος μάρτυς ἦταν ἀπὸ τὴν Γάγγρα πόλη τῆς Παφλαγονίας, υἱὸς γονέων χριστιανῶν, ὁμολογητῶν τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ· ὅταν δὲ οἱ γονεῖς του πιάστηκαν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ φυλακίστηκαν γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, τότε ὁ μακάριος Μάμας γεννήθηκε ἐκεῖ μέσα ἀπὸ τὴν φυλακισμένη μητέρα του, ἐν ἔτει σξ΄ (260). Κι ὅταν οἱ γονεῖς του ἀφοῦ προσευχήθηκαν, τελειώθηκαν κ’ ἐξεδήμησαν πρὸς Κύριον ἐντὸς τῆς φυλακῆς, ἔμεινε ὁ ἀοίδιμος Μάμας ὀρφανός. Τότε τὸν πῆρε μία χριστιανὴ πλούσια γυναῖκα ποὺ ὀνομαζόταν Ἀμμία, καὶ τὸν ἀνέθρεψε· κι ἐπειδὴ συνεχῶς ὀνόμαζε τούτη τὴν θετή του μητέρα μαμά, ὀνομάστηκε Μάμας.
Ὅταν ἔγινε δεκαπέντε χρονῶν, πιάστηκε ἀπ’τοὺς εἰδωλολάτρες
ὡς χριστιανός, καὶ δέρνεται μὲ ραβδιά· ἔπειτα κρεμιέται ἀπὸ τὸν λαιμό του μολύβι
καὶ μ’ αὐτὸ ρίχνεται μέσα στὴν θάλασσα. Κι ἀφοῦ λυτρώθηκε ἀπὸ τὸν πνιγμὸ τῆς
θαλάσσης μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ, κρύβεται ἐντὸς σπηλαίου κ’ ἐκεῖ εὑρισκόμενος τρέφεται
μὲ τὸ γάλα τῶν ἐλαφίνων. Ὕστερα πάλι, ἀφοῦ πιάστηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, τὸν βάζουν
μέσα σὲ ἀναμμένη κάμινο, ἔπειτα δίνεται στὰ θηρία γιὰ νὰ τὸν φᾶνε, κι ἀφοῦ
διαφυλάχθηκε ἀβλαβής, στὸ τέλος τρυπήθηκε στὰ σπλάγχνα πέρα ὡς πέρα μὲ κοντάρι σιδερένιο
καὶ τρίλογχο, κ’ ἔτσι ἀναχώρησε ἀπ’τὴν παροῦσα ζωὴ καὶ ἀπῆλθε πρὸς
Κύριον γιὰ νὰ λάβει τὸ στεφάνι τῆς ἀθλήσεως.
Ταῖς
Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν»
τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 1ος, σελ. 56-58. (Μικρὴ φραστικὴ
διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).