Ἡ ἁγία Ἑρμιόνη,
μία τῶν τεσσάρων θυγατέρων τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου
Ἑορτάζει τὴν δ΄
(4η) Σεπτεμβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Χωρεῖ
πρὸς αὐτοὺς οὐρανοὺς Ἑρμιόνη,
Ἕρμαιον
εὑρηκυῖαν τὴν σωτηρίαν.
Ὁ ἁγιώτατος ἀπόστολος Φίλιππος ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ Διακόνους, ποὺ βάπτισε τὸν Εὐνοῦχο τῆς Κανδάκης, εἶχε τέσσερις θυγατέρες, τὶς ὁποῖες ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὶς πράξεις μαρτυρεῖ, ὅτι ἦταν παρθένοι καὶ προφήτισσες (Πράξ. κα΄ 9), ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ Ἑρμιόνη καὶ ἡ Εὐτυχίς, ἀπῆλθαν στὴν Ἀσία καὶ ἀναζητοῦσαν τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο. Κ’ ἐπειδὴ δὲν τὸν βρήκανε, διότι τὸν μετέθεσε ὁ Θεὸς ὅπως τὸν Ἐνὼχ καὶ τὸν Ἠλία, βρῆκαν ἀντ’ ἐκείνου τὸν Πετρώνιο τὸν μαθητὴ τοῦ ἁγίου Παύλου· κι ἀφοῦ διδάχθηκαν ἀπ’ αὐτόν, φρόντιζαν νὰ μιμοῦνται καὶ τὶς ἀρετὲς καὶ τὴν γνώμη του.
Ἡ δὲ Ἑρμιόνη μεταχειριζόταν
τὴν ἰατρικὴ τέχνη· γιὰ τοῦτο καὶ ἔτρεχε σ’ αὐτὴν πλῆθος ἀνθρώπων πολύ, κι ὅλοι γιατρεύονταν
μὲ τὴν ἐπικλήση καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὁ βασιλιᾶς Τραϊανὸς περνοῦσε γιὰ
νὰ πάει νὰ πολεμήσει κατὰ τῶν Περσῶν, τότε διεβλήθη σὲ αὐτὸν ἡ ἁγία Ἑρμιόνη ὡς
χριστιανή· ἔτσι λοιπόν, ἀφοῦ παρουσιάστηκε μπροστά του, ὁ βασιλιᾶς δοκίμαζε νὰ
τὴν ἀπατήσει μὲ κολακεῖες καὶ νὰ τὴν χωρίσει ἀπ’τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ
δὲν μπόρεσε νὰ τὴν καταπείσει, πρόσταξε νὰ τὴν ραπίζουν στὸ πρόσωπο ἀρκετὲς ὧρες·
ἀλλ’ ἡ μάρτυς βλέποντας τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ κάθεται στὸ κριτήριο μὲ τὴν
μορφὴ τοῦ Πετρωνίου, νὰ συνομιλεῖ καὶ νὰ τὴν ἐνδυναμώνει, ἐκ τούτου, νόμιζε σὰν
τίποτε τὰ ραπίσματα· γι’ αὐτὸ καὶ ὁ βασιλιᾶς βλέποντας τὸ στερεὸ κι ἀμετάβλητο
τοῦ νοῦ της, ντράπηκε καὶ τὴν ἄφησε ἐλεύθερη.
Ἀπὸ τότε λοιπὸν ἡ ἁγία Ἑρμιόνη
ἄνοιξε στὴν Ἀσία ἕνα ἱερὸ πανδοχεῖο, ὅπου δεχόταν ὅλους τοὺς ξένους, τοὺς βοηθοῦσε
καὶ παρηγοροῦσε ψυχικὰ καὶ σωματικά· κ’ ἔβλεπε
κανεὶς ἐκεῖ κάθε μέρα ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο δοξαζόμενον τὸν Κύριο, ἕως ὅτου πέθανε ὁ
Τραϊανός. Ὅταν ὅμως βασίλεψε Ἀδριανὸς ὁ γαμπρὸς τοῦ Τραϊανοῦ ἐν ἔτει ριζ΄ (117)
καὶ ἔμαθε τὰ περὶ τῆς ἁγίας Ἑρμιόνης, εὐθὺς ἔστειλε καὶ τὴν ἔφερε, καὶ τῆς λέει:
– Πές μου, ὦ γραΐδιο,
πόσων χρονῶν εἶσαι; Κι ἀπὸ ποιό γένος ὑπάρχεις;
Ἡ δὲ ἁγία ἀποκρίθηκε:
– Ὁ Χριστός μου ξέρει πόσων
χρονῶν εἶμαι κι ἀπὸ ποιό γένος ὑπάρχω.
Ὁ βασιλιᾶς εἶπε:
– Βγάλετε τὸ παλλίον (δηλαδή, τὸ πανωφόρι της), καὶ δέρνετέ την ἄσπλαγχνα λέγοντάς της:
«Σὲ ὅ,τι ρωτάει ὁ βασιλεὺς ν’ ἀποκρίνεσε μὲ σεμνότητα».
Καὶ γιὰ ὅσο καιρὸ δερνόταν
ἡ ἁγία, δὲν ἔλειπε ὁ ψαλμὸς ἀπ’τὸ στόμα της. Κι ἀφοῦ οἱ δήμιοι ἀπόκαμαν
ραβδίζοντας, πρόσταξε ὁ βασιλιᾶς νὰ βάλουν περόνια κάτω ἀπ’τὰ πόδια τῆς
μάρτυρος, κ’ ἐπειδὴ ἡ ἁγία λαμβάνοντας τὴν βάσανο αὐτὴ εὐχαριστοῦσε περισσότερο
τὸν Θεό, ἄναψε ἀπ’τὸν θυμὸ ὁ βασιλιᾶς καὶ προστάζει νὰ θέσουν στὴν φωτιὰ λέβητα
γεμάτον ἀπὸ πίσσα, θειάφι, ἄσφαλτο καὶ μολύβι κ’ ἔτσι νὰ βαλθεῖ μέσα σ’ αὐτὸν ἡ
ἁγία. Τότε, ἀφοῦ κοίταξε πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ζήτησε δύναμη ἀπὸ τὸν Θεό, σφράγισε
τὸν ἑαυτό της μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, καὶ μπῆκε μέσα στὸν ἀναμμένο λέβητα,
καί, ὦ τοῦ θαύματος!, παρευθὺς ἔσβησε τὸ πῦρ καὶ χύθηκαν ἔξω τὰ μολύβια καὶ τὰ ὑπόλοιπα
εἴδη, καὶ ἡ μάρτυς ἔμεινε ἀβλαβής.
Ὁ δὲ βασιλιᾶς βλέποντας τοῦτο
τὸ θαυμάσιο, θύμωσε ἀκόμη περισσότερο καὶ προστάζει νὰ κάψουν καὶ πάλι τὸν
λέβητα τόσο πολύ, ὥστε νὰ χωνέψουν μέσα σ’ αὐτὸν τὰ κόκκαλα τῆς μάρτυρος· κι ἀφοῦ
ἔκαμαν τοῦτο οἱ δήμιοι ἔβλεπαν τὴν ἁγία, νὰ στέκεται στὸ μέσον τοῦ λέβητα, σὰν
νὰ στεκότανε μέσα σὲ δροσιά. Καὶ τότε ἡ ἁγία εἶπε στὸν τύραννο:
– Βασιλιᾶ, ζῇ Κύριος ὁ
Θεός! Ὅπως ἐσὺ ἐκεῖ μακριὰ καθισμένος δὲν αἰσθάνεσαι τὴν καύση τούτου τοῦ λέβητα,
ἔτσι οὔτε κι ἐγὼ τὴν αἰσθάνομαι.
Ὁ δὲ βασιλιᾶς θαυμάζοντας, σηκώθηκε ἀπ’τὸν θρόνο
του καὶ πῆγε κοντὰ καὶ μόλις ἄγγιξε τὸ χέρι του στὸν λέβητα, ἀμέσως βγῆκε τὸ
δέρμα καὶ τὰ νύχια τοῦ χεριοῦ του. Τότε ἡ ἁγία φώναξε μέσα ἀπ’τὸν λέβητα:
– Μέγας εἶναι ὁ Θεὸς τῶν
χριστιανῶν!
Ὁ δὲ βασιλιᾶς ἀκούγοντας τοῦτο,
θύμωσε δυνατὰ καὶ προστάζει νὰ καεῖ ἕνα μεγάλο τηγάνι μέχρις ὅτου νὰ σπινθοβολεῖ
καὶ μέσα σ’ αὐτὸ νὰ βάλουν γυμνὴ τὴν ἁγία. Ὅταν λοιπὸν μπῆκε ἡ ἁγία στὸ ἀναμμένο
τηγάνι, ὁ Ἄγγελος Κυρίου ποὺ τὴν φύλαττε σκόρπισε τὴν φωτιὰ ἀπ’τὸ ἕνα μέρος κι ἀπ’τὸ
ἄλλο τοῦ τηγανιοῦ· κι ὅσους παρευρίσκονταν ἐκεῖ τοὺς κατέκαψε, ἡ δὲ ἁγία μέσα στὸ
τηγάνι σὰν νὰ βρισκόταν σὲ χλοηφόρο τόπο, ἐξυμνοῦσε καὶ δόξαζε εὐχαρίστως τὸν
Κύριο. Τοῦτο τὸ παράδοξο θαῦμα βλέποντας ὁ Ἀδριανὸς τρόμαξε καὶ προστάζει νὰ βγάλουν
τὴν μάρτυρα ἀπ’τὸ τηγάνι φοβούμενος μήπως κατακαεῖ κι αὐτὸς ἀπὸ τὸ πῦρ. Ὅταν
λοιπὸν ἡ ἁγία βγῆκε ἔξω, λέει πρὸς τὸν Ἀδριανό:
– Βασιλιᾶ, νὰ ξέρεις ὅτι ὁ
Κύριός μου μὲ ἔκαμε νὰ κοιμηθῶ μέσα στὸ τηγάνι· καὶ λοιπὸν εἶδα στὸν ὕπνο μου, ὅτι
προσκυνοῦσα τὸν μεγάλο θεὸ Ἡρακλῆ.
Ὁ δὲ βασιλιᾶς τοῦτο ἀκούγοντας, χάρηκε καὶ τὴν
προστάζει νὰ μπεῖ μέσα στὸν εἰδωλολατρικὸ ναό· κι ὅταν εἰσῆλθε ἡ ἁγία καὶ
προσευχήθηκε στὸν ἀληθῆ καὶ φιλάνθρωπο Θεό, εὐθὺς ἔγινε βροντὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό,
καὶ μαζὶ μὲ τὴν βροντὴ ἔπεσαν ὅλα τὰ εἴδωλα ὅσα βρισκόντουσαν στὸ ναό, κι ἀφοῦ κατέσπασαν
ἔγιναν ὡς κονιορτός. Τότε ἡ ἁγία ἐξῆλθε ἀπ’τὸν ναὸ καὶ λέει στὸν
βασιλιᾶ:
– Ἔμπα, ὦ βασιλιᾶ, στὸν ναὸ
καὶ βοήθησε τοὺς θεούς σου, διότι αὐτοὶ ἔπεσαν καὶ δὲν μποροῦν νὰ σηκωθοῦν.
Μπαίνοντας ὁ βασιλιᾶς καὶ
βλέποντας τὴν συντριβὴ καὶ τὸν ὄλεθρο τῶν εἰδώλων, πρόσταξε ν’ ἀποκεφαλίσουν τὴν
ἁγία ἔξω τῆς πόλεως. Τὴν πῆραν λοιπὸν οἱ δήμιοι Θεόδουλος καὶ Θεότιμος καὶ βγῆκαν
ἔξω τῆς πόλεως· κι ἐπειδὴ ὅρμησαν νὰ τὴν ἀποκεφαλίσουν προτοῦ νὰ προσευχηθεῖ, ξηράθηκαν
τὰ χέρια τους· τότε προσέπεσαν στὴν ἁγία, πίστεψαν ὁλοψύχως στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ
Χριστό, κ’ ἔτσι ἔγιναν ὑγιεῖς. Κι ἀφοῦ παρεκάλεσαν τὴν ἁγία νὰ προσευχηθεῖ καὶ ὑπὲρ
αὐτῶν, γιὰ νὰ παραδώσουν τὶς ψυχές τους στὸν Κύριο μπροστά της, ἔτσι ἐκοιμήθηκαν
καὶ τελειώθηκαν μὲ μακάριο τέλος. Ἔπειτα καὶ ἡ ἁγία ἐκοιμήθη στὸν ἴδιο τόπο.
Μερικοὶ δὲ εὐλαβεῖς χριστιανοί, ἔλαβαν τὰ τίμια λείψανά τους καὶ τὰ ἐνταφίασαν στὴν
πόλη τῆς Ἐφέσου, σὲ τόπο σεμνὸ καὶ τίμιο, εἰς δόξαν Πατρὸς Υἱοῦ καὶ ἁγίου
Πνεύματος.
Ταῖς
Αὐτῆς ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν»
τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 1ος, σελ. 79-83. (Μικρὴ φραστικὴ
διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).