Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Βατᾶς ὁ Πέρσης
Ἑορτάζει τὴν α΄
(1η) Μαΐου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Καὶ τῷ
Βατᾶ τμηθέντι τὴν κάραν ξίφει,
Βατὰ
πρεπόντως οὐρανοῦ τὰ χωρία.
Τοῦτος ὁ ἅγιος Βατᾶς ἦταν ἀπὸ τὴν Περσία, καὶ διδάχθηκε τὴν πίστη στὸν Χριστὸ ἀπὸ τοὺς προγόνους του. Ὅταν ἔφτασε στὴν ἡλικία τῶν τριάντα χρόνων ἄκουσε στὸ Εὐαγγέλιο τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ποὺ λέει: «Ἂν κάποιος ἔρχεται κοντά μου καὶ δὲν ἐγκαταλείπει τὸν πατέρα του καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές, ἀκόμα καὶ τὴν ἴδια του τὴν ζωή, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου» (Λουκ. ιδ΄ 26), καὶ ἀκούγοντας τοῦτα, γέμισε ἀπὸ ἅγιο πνεῦμα καὶ θεϊκὸ πόθο. Ἔτσι λοιπόν, ἀφοῦ ἄφησε ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κόσμου πῆγε σὲ μοναστήρι κι ἔγινε μοναχός‧ καὶ προτιμῶντας τὴν σκληρὴ καὶ κοπιαστικὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν τοὺς ξεπέρασε ὅλους στὴν νηστεία καὶ στὴν ἐγκράτεια, χωρὶς ν’ ἀνοίξει καμμία θύρα τῶν αἰσθήσεών του καὶ νὰ μπεῖ δι᾽ αὐτῆς ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ μὲ κάθε φύλαξη καὶ προσοχὴ φύλαττε τὶς αἰσθήσεις καὶ τὴν καρδιά του. Καὶ εἶχε ἐπιθυμία, νὰ τελειωθεῖ διὰ τοῦ μαρτυρίου.
Γι’
αὐτὸ λοιπόν, ὅταν ξεκίνησε διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τοὺς Πέρσες, τότε οἱ
ἀδελφοὶ ποὺ βρίσκονταν μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο ἀναχώρησαν κι ἔδωκαν τόπο στὴν ὀργή,
κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ποὺ λέει: «Ὅταν σᾶς καταδιώκουν σὲ μιὰ πόλη, πηγαίνετε
στὴν ἄλλη» (Ματθ. ι΄ 23), ὁ δὲ
ἅγιος στάθηκε μόνος καὶ δὲν ἔφυγε ποθῶντας τὸ μαρτύριο μὲ ὑπερβολικὴ ἐπιθυμία.
Ἀφοῦ
λοιπόν, ἔκαμε στὴν ἄσκηση τριάντα χρόνια, τὸν ἔπιασαν οἱ πυρσολάτρες καὶ τὸν ἔφεραν
στὸν Ἰασδήχ, τὸν ἀδελφὸ τοῦ Βαρζαναβᾶ, ὁ ὁποῖος Ἰασδὴχ ἦταν ἄρχοντας κι ἐξουσιαστὴς
τοῦ τόπου ποὺ ὀνομαζόταν Βίτζιος. Ἀφοῦ δὲ τὸν πρόσταξαν νὰ προσκυνήσει τὸν ἥλιο
καὶ δὲν πείσθηκε, ἀλλὰ διακήρυξε τὸν ἑαυτό του Χριστιανό, τεντώθηκε ὑπὸ δέκα στρατιωτῶν ἀπὸ τὸ ἕνα χέρι καὶ ἀπὸ
τὸ ἄλλο τόσο πολύ, ὥστε βγήκανε οἱ ὦμοι του ἀπὸ τὴν θέση τους. Ἔπειτα τὸν
ἔδειραν μὲ χοντρὰ ραβδιά, ὕστερα τὸν ἔδεσαν ἀπὸ τὰ σπερμογόνα μόρια καὶ τὸν
ἔσυραν κατὰ γῆς εἴκοσι στρατιῶτες‧ κι ἐπειδὴ ἐπέμενε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, γιὰ
τοῦτο ἔβαλαν ἐπάνω στὴν κοιλιά του πολλὲς καὶ βαριὲς πέτρες. Μετὰ ταῦτα ἔκοψαν
μὲ μαχαίρια τὶς πλάτες του καὶ τὰ κάτω ἀπὸ τῶν μαστῶν του μέρη καὶ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν
κ’ ἔτσι ἔλαβε ὁ ἀοίδιμος τοῦ μαρτυρίου τὸ στεφάνι.
Ταῖς Αὐτοῦ
ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ
Ἁγιορείτου, τόμ. 5ος, σελ. 12-14. (Μικρὴ φραστικὴ διασκευή,
ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).