Ἡ ἁγία μάρτυς Ἀλεξάνδρα ἡ βασίλισσα καὶ
οἱ ὑπηρέτες της Ἀπολλώς, Ἰσαάκιος καὶ Κοδράτος
Ἑορτάζουν τὴν κα΄
(21η) Ἀπριλίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν.
Ἤδει
μενούσης προύξενον λαμπηδόνος,
Τὴν ἐν
ζόφῳ κάθειρξιν Ἀλεξανδρία.
Εἰς τὸν Ἀπολλὼ
καὶ Ἰσαάκιον.
Λιμαγχόνην
οἴσαντες ἀθληταὶ δύο,
Ψυχοκτόνον
φεύγουσι δαιμοναγχόνην.
Εἰς τὸν
Κοδράτον.
Ζωμοὺς
χύτρας σῆς τοὺς ἱδρῶτας, Κοδράτε,
Ἅλατι
τμηθεὶς αἱμάτων παραρτύεις.
Ἡ ἁγία Ἀλεξανδρία ἢ Ἀλεξάνδρα ἡ μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἦταν σύζυγος τοῦ βασιλέως Διοκλητιανοῦ. Βλέποντας δὲ τὸν ἅγιο Γεώργιο ὅτι ἐτιμωρεῖτο καὶ ὅτι κτυπήθηκε στὴν κοιλιὰ μὲ ἀκόντιο καὶ δὲν βλάφτηκε, καὶ ὅτι δέθηκε σ’ ἐκεῖνο τὸν τροχὸ ποὺ εἶχε γύρω μπηγμένα κοφτερὰ σίδερα, καὶ μοιράσθηκε τὸ σῶμά του σὲ πολλὰ κομμάτια, κ’ ὕστερα ἔγινε καὶ πάλι ὑγιὴς καὶ ἐμφανίσθηκε στὸν βασιλέα ποὺ θυσίαζε στὰ εἴδωλα· καὶ ὅτι μὲ τὸ παράδοξο αὐτὸ θαῦμα ἔκαμε πολλοὺς νὰ πιστέψουν στὸν Χριστό, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἄλλοι μὲν ἀποκεφαλίσθηκαν, ἄλλοι δὲ κλείσθηκαν σὲ φυλακές‧ τοῦτα τὰ παράδοξα καὶ ὑπερφυσικὰ θαύματα βλέποντας ἡ μακαρία Ἀλεξάνδρα ἄφησε τὴν δόξα τῆς βασιλείας κι ἀφοῦ πίστεψε στὸν Χριστὸ ὁμολόγησε τὸν ἑαυτό της Χριστιανὴ μπροστὰ στὸν ἄνδρα της Διοκλητιανό, καὶ γι’ αὐτὸ παραδόθηκε στὴν φυλακή.
Κι ὅταν
ἔγινε ἀπόφαση παρὰ τοῦ ἀνδρός της ν’ ἀποκεφαλισθεῖ ὁ μέγας Γεώργιος μαζὶ καὶ
αὐτή, τὸ ἔμαθε τοῦτο ἡ βασίλισσα στὴν φυλακὴ καὶ ἀφοῦ προσευχήθηκε παρέδωκε τὴν
ψυχή της εἰς χεῖρας Θεοῦ.
Βλέποντας
δὲ οἱ τρεῖς ὑπηρέτες τῆς βασίλισσας, Ἀπολλώς, Ἰσαάκιος καὶ Κοδράτος, ὅτι
κατεφρόνησε ἡ ἁγία τὴν πρόσκαιρη βασιλεία καὶ τὸν θνητὸ βασιλέα καὶ πίστεψε στὸν
Χριστὸ πεθαίνοντας γιὰ τὴν ἀγάπη του, πίστεψαν κι αὐτοὶ στὸν Χριστό. Ἔτσι, μὲ
πολλὴ παρρησία ἤλεγξαν τὸν βασιλέα καὶ τὸν ὀνόμασαν παράνομο καὶ θηριώδη,
ἐπειδὴ οὔτε τὴν ἴδια τὴν γυναῖκα του δὲν σπλαγχνίσθηκε, μὲ τὴν ὁποία γέννησε
τέκνα.
Ὀργισθεὶς
λοιπὸν ὁ βασιλιᾶς, πρόσταξε καὶ τοὺς ἔβαλαν στὴν φυλακή· κι ἀφοῦ ἔγινε τοῦτο συλλογιζόταν
ὁ ἄνομος ὅλη τὴν νύκτα ποιό εἶδος θανάτου νὰ δώσει στοὺς μάρτυρες. Καὶ τὸ πρωΐ,
ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακή, τὸν μὲν Κοδράτο πρόσταξε νὰ ἀποκεφαλίσουν, τὸν
δὲ Ἀπολλὼ καὶ Ἰσαάκιο νὰ βάλουν σὲ φυλακή, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ νὰ μὴ φᾶνε ἢ πιοῦνε
κάτι γιὰ διάστημα ἡμερῶν ἱκανῶν, ἀπὸ τὴν στενοχωρία τῆς πείνας παρέδωκαν τὶς
ψυχές τους εἰς χεῖρας Θεοῦ καὶ ἔλαβαν παρ’ αὐτοῦ τοὺς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως.
Ταῖς Αὐτῶν
ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου
Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 4ος, σελ. 254, 255. (Μικρὴ φραστικὴ διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).