Ὁ ἅγιος Ἰουβενάλιος, πατριάρχης
Ἱεροσολύμων
Ἑορτάζει τὴν β΄
(2α) Ἰουλίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Μνήμην γεραίρω τὴν Ἰουβεναλίου,
Οὗ μνῆμα θεῖον ἡ Παλαιστίνη φέρει.
Τοῦτος ὁ ἅγιος πατήρ ἡμῶν
Ἰουβενάλιος ἦταν κατὰ τοὺς χρόνους Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ, ἐν ἔτει υη΄ (408).
Ἀρχιεράτευσε στὰ Ἰεροσόλυμα τρίτος μετὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο κ’ ἔφθασε ἕως τῶν
βασιλέων Μαρκιανοῦ ποὺ βασίλεψε ἐν ἔτει υν΄ (450) καὶ Λέοντος τοῦ μεγάλου ποὺ
βασίλεψε ἐν ἔτει υνη΄ (458). Ἦταν δὲ παρὼν στὴν ἐν Ἐφέσῳ τρίτη οἰκουμενικὴ
Σύνοδο τὴν συγκροτηθεῖσα ἐν ἔτει υλα΄ (431), ἕνας ἀπὸ τοὺς διακόσιους πατέρες
ποὺ ἔλαβαν μέρος σ’ αὐτήν· ἔλαμψε τότε στὰ δόγματα τῆς πίστεως μαζὶ μὲ τὸν
θεσπέσιο Κύριλλο τὸν Ἀλεξανδρείας. Ἔφθασε ὅμως, καὶ ἕως τὴν τετάρτη Σύνοδο τῶν
ἐξακοσίων τριάντα θεοφόρων πατέρων, τὴν ἐν Χαλκηδόνι συγκροτηθεῖσα ἐν ἔτει υνα΄
(451), κατὰ τὴν ὁποία ἐτιμήθη ἀπὸ τὸν βασιλέα Μαρκιανὸ γιὰ τὴν σοφία καὶ ἀρετή
του.
Ὅταν δὲ ὁ βασιλεὺς Μαρκιανὸς μετὰ τῆς
Πουλχερίας ἔκτισε τὶς Βλαχέρνες, ρώτησε τὸν τότε παρόντα ἅγιο Ἰουβενάλιο ἂν
ἴσως γνωρίζει ποῦ ἐτέθη τὸ σῶμα τῆς Θεοτόκου. Ἐκεῖνος ἀπάντησε ὅτι ἀπὸ τὴν ἔγγραφη
ἱστορία δὲν ξέρει, ἀλλὰ φαίνεται λόγος παλαιὸς καὶ ἀληθὴς ὅτι, ἀφότου τὸ σῶμα
τῆς Θεοτόκου ἐνταφιάσθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ἀκουγόταν στὸν τάφο Της, ἐπὶ τρεῖς
ἡμέρες, Ἀγγελικὴ ὑμνωδία· καὶ μετὰ τὴν τρίτη ἡμέρα, ἐπειδὴ ἕνας τῶν Ἀποστόλων
(ὁ Θωμᾶς δηλαδὴ) δὲν ἦταν παρὼν στὸν ἐνταφιασμὸ τῆς Θεοτόκου, γιὰ τοῦτο ἀνοίχτηκε
ὁ τάφος καὶ δὲν βρέθηκε τὸ σῶμά Της, παρὰ μόνο τὰ ἐντάφια σπάργανα. Ἔτσι
λοιπόν, παρακάλεσε ὁ βασιλεὺς τὸν ἅγιο νὰ σφραγίσει ἔστω, καὶ νὰ στείλει στὴν
Κωνσταντινούπολη τὴν θήκη ὅπου ἐτέθη τὸ σῶμα τῆς Θεοτόκου μαζὶ μὲ τὰ ἐντάφια
σπάργανά Της, τὸ ὁποῖο καὶ ἔγινε. Ὁ δὲ ἅγιος Ἰουβενάλιος ἀφοῦ πατριάρχευσε
τριανταοκτὼ χρόνους ἐν εἰρήνῃ ἐκοιμήθη.
Ταῖς Αὐτοῦ
ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ
Ἁγιορείτου, τόμ. 6ος, σελ. 15-17. (Μικρὴ φραστικὴ διασκευή, ὑπὸ ἱερομ.
Ν. ἁγιορείτου).