ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Ματθαίου ΙΖ΄ 14–23)
ΟΜΙΛΙΑ
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΤ’
ΑΥΤΟΥ ΟΠΛΩΝ
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ τοῦ ΘΕΟΤΟΚΗ*
Γιατί ἆραγε ὁ Εὐαγγελιστὴς
Ματθαῖος ἀποσιώπησε ὅλα τὰ πάθη, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα βασάνιζε ἐλεεινῶς
τὸν σεληνιαζόμενο, σημείωσε ὅμως μὲ ἀκρίβεια ὅτι πολλὲς φορὲς τὸν κατακρήμνιζε στὸ
πῦρ καὶ πολλὲς φορὲς στὸ ὕδωρ; Ἔχει πολὺ ἀξιόλογο νόημα ἡ σημείωση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ.
Δύο εἶναι οἱ πηγὲς ὅλων τῶν ἁμαρτημάτων, ὁ θυμὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία. Ὅποιο ἁμάρτημα κι ἂν σκεφτεῖς, αὐτὸ ἢ ἀπὸ τὸν θυμὸ ἢ ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία ἀναβλύζει. Φιλονικίες, ἀνυποταξίες, ἔχθρες, καταπιέσεις, ἀσπλαγχνίες, προδοσίες, ὕβρεις, συκοφαντίες, πληγές, τραύματα, πόλεμοι, φόνοι, βλασφημίες καὶ μύρια ἄλλα φοβερὰ ἁμαρτήματα ἔχουν πατέρα τὸν θυμό. Ἁρπαγές, ἀδικίες, ἐπιβουλές, φθόνοι, πορνεῖες, μοιχεῖες, μέθες, γαστριμαργίες κι ἄλλα πάμπολλα ἔργα τοῦ σκότους εἶναι βλαστήματα τῆς κακῆς ἐπιθυμίας. Κι ὅποιον ὑποδουλώσει ὁ Διάβολος, πολλάκις τὸν βάζει στὸ πῦρ, δηλαδὴ τὸν ρίχνει στὰ φλογερὰ ἁμαρτήματα τοῦ θυμοῦ, καὶ πολλάκις στὸ ὕδωρ, δηλαδὴ στὰ παραπτώματα τῆς κακῆς ἐπιθυμίας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος μὲ τόση ἀκρίβεια σημείωσε ὅτι τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτο πολλὲς φορὲς ἔριχνε τὸν δαιμονιζόμενο στὸ πῦρ καὶ πολλὲς φορὲς στὸ ὕδωρ. Κάτι τέτοιο καὶ ὁ προφητάναξ Δαβὶδ σήμαινε, ὅταν εὐχόμενος ἔλεγε: «Ἡμέρας ὁ ἥλιος οὐ συγκαύσει σε, οὐδὲ ἡ σελήνη τὴν νύκτα» (Ψαλμ. ρκ΄ 6), ὑπονοῶντας, διὰ τῆς συγκαύσεως τοῦ ἡλίου, τὴν φλόγα τοῦ θυμοῦ, καὶ διὰ τῆς νυκτερινῆς σελήνης, τὶς σαρκικὲς ἡδυπάθειες. Μετὰ τὸ πάθος καὶ τὸν σταυρὸ τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀληθῶς ἐξασθένισε ἡ δύναμη τῶν δαιμόνων. «Νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου», ἔλεγε ὁ Δεσπότης τῶν ἁπάντων, «νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω» (Ἰωάν. ιβ΄ 31). Καὶ ἀληθῶς ἐξεβλήθη, διότι, μετὰ τὴν ἔνσαρκη παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἔγιναν ἄλαλα τὰ εἴδωλα ποὺ μιλοῦσαν καὶ μάντευαν τὰ μέλλοντα‧ ἔκλεισαν τὸ στόμα τους τὰ χρηστήρια (μαντεῖα) καὶ οἱ ψευδοχρησμολόγοι1‧ σχεδὸν σβήστηκε ἡ πολυθεΐα, ἢ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ὀρθότερα, ἡ λατρεία τῶν δαιμόνων‧ λιγόστεψαν οἱ δαιμονιζόμενοι, οὐδεμία ἐξουσία ἔχει ὁ Διάβολος σ’ ὅσους εὐσεβῶς καὶ δικαίως ἐτελεύτησαν· ἀνοίχθηκε γιὰ τοὺς εὐσεβεῖς καὶ φιλάρετους ἡ πύλη τοῦ παραδείσου ποὺ ἡ ἀπάτη του ἔκλεισε, καὶ κλείστηκε τὸ στόμα τοῦ ᾅδη, ποὺ αὐτὸς ἄνοιξε· ἔμεινε ὅμως σ’ αὐτὸν μόνο ἡ ἐξουσία νὰ πειράζει. Ὁ μὲν μακάριος Πέτρος λέει ὅτι «ὁ δαίμων ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 8)· ὁ δὲ θεηγόρος Παῦλος μᾶς καταγγέλλει ὅτι δὲν παλεύουμε μὲ ἀνθρώπους, ποὺ ἔχουν αἷμα καὶ σάρκα, ὅπως καὶ ἐμεῖς, «ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφεσ. στ΄ 12)· ὁ ἴδιος Ἀπόστολος μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ Διάβολος ἔχει «μεθοδείας» δηλ. τεχνάσματα (αὐτ. 11), ἔχει «παγίδες» (Α΄ Τιμ. γ΄ 7 καὶ Β΄ Τιμ. β΄ 26), ἔχει «βέλη πεπυρωμένα» δηλ. φλογερὰ βέλη (Ἐφεσ. στ΄, 16), μετασχηματίζεται καὶ σὲ «ἄγγελο φωτός» (Β΄ Κορ. ια΄ 14).
Αὐτὸς εἶναι πνεῦμα· κ’ ἐπειδὴ
καὶ τοῦ ἀνθρώπου ἡ ψυχὴ εἶναι πνεῦμα, πολὺ εὔκολα συγκοινωνεῖ σ’ αὐτὴν τὶς
πονηρές του ἔννοιες καὶ διεγείρει σ’ αὐτὴν τοὺς κακοὺς διαλογισμούς. Προτοῦ ν’ ἁμαρτήσεις,
σοῦ περιγράφει ἐλαφρὸ καὶ μικρότατο τὸ ἁμάρτημα, γιὰ νὰ πέσεις εὔκολα. Κι
ἀφοῦ ἁμαρτήσεις διαζωγραφίζει τὴν ἁμαρτία μεγάλη καὶ βαρύτατη, γιὰ νὰ μὴ
μετανοήσεις, ἀλλὰ ν᾽ ἀπελπισθεῖς· τοῦτο εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ τεχνάσματά
του. Συναντᾶς ἐκ συνεργείας του ξένο πρᾶγμα· κι αὐτὸς παρουσιάζει εὔκολη
τὴν ὁδὸ καὶ τοὺς τρόπους, γιὰ νὰ τὸ ἁρπάξεις καὶ σφετερισθεῖς· τοῦτο εἶναι
μία ἀπὸ τὶς παγίδες ποὺ σοῦ προετοίμασε. Στοὺς
κινδύνους σοῦ ἁρπάζει τὴν ἐλπίδα, γιὰ νὰ μείνεις ἀπελπισμένος. Στὶς ἀσθένειες
κλέβει τὴν ὑπομονή σου, γιὰ νὰ γογγύσεις κατὰ τοῦ Θεοῦ. Στὶς δυστυχίες
σοῦ ὀξύνει τὴν λύπη, γιὰ νὰ σὲ σκοτώσει. Στὸν θυμὸ σοῦ ἀνάβει τὴν ὀργή, γιὰ
νὰ βρίσεις, νὰ δείρεις, νὰ πληγώσεις, νὰ φονεύσεις, νὰ βλασφημήσεις. Λύνει
τὸν χαλινὸ τῶν ἐπιθυμιῶν κι ἀναφλογίζει τὴν (σαρκικὴ) λύσσα, γιὰ νὰ σὲ καταστήσει
«ὄνειδος ἀνθρώπων καὶ ἐξουθένημα λαοῦ» (Ψαλμ. κα΄ 7), νὰ φθείρει τὸ σῶμα σου καὶ νὰ κολάσει αἰώνια τὴν ψυχή σου.
Τοῦτα εἶναι τὰ φλογερὰ βέλη του.
Σχηματίζει πολλὲς φορὲς τὴν ἀνομία ὡς ἀρετή· ἔτσι βρίζεις καὶ δέρνεις, τάχα
γιὰ νὰ διορθώσεις τὸν φταίχτη· ἀδικεῖς ὅταν κάθεσαι κριτής, νομίζοντας ὅτι ὑπερασπίζεσαι
τὸν φτωχό· κατατρέχεις τὸν ἀδελφό σου, τάχα γιὰ ζῆλο Θεοῦ· καὶ τοῦτο εἶναι ὁ
μετασχηματισμός του σὲ ἄγγελο φωτός.
Ἀλλὰ ποιός μπορεῖ, ἀδελφοί,
νὰ περιγράψει λεπτομερῶς ὅλες τὶς ἐνέδρες, τὶς ἐπιβουλές, τοὺς δόλους καὶ τὴν ἀπάτη
τοῦ Σατανᾶ; Νύκτα καὶ ἡμέρα πειράζει καὶ πλέκει παγίδες· κι ἐπειδὴ εἶναι
πνεῦμα, προφτάνει ταχέως σὲ κάθε καιρὸ καὶ τόπο κι ἐπιβουλεύει δικαίους καὶ ἁμαρτωλούς·
εἰσέρχεται στὶς οἰκίες καὶ φυτεύει σκάνδαλα ἀνάμεσα στὸν ἄνδρα καὶ στὴν γυναῖκα,
ἀνάμεσα στὸν πατέρα καὶ στὸν γυιό, ἀνάμεσα στὴν μητέρα καὶ στὴν θυγατέρα,
σκανδαλίζει καὶ τοὺς ἀγαπημένους ἀδελφούς· τρέχει στὶς ἀγορὲς καὶ σπέρνει ἀνάμεσα
στοὺς πωλοῦντες καὶ ἀγοράζοντες φιλονικίες, δόλους, ψεῦδος, ὄρκους. Μπαίνει στὰ
μοναστήρια καὶ καταταράσσει τῶν μοναζόντων τὴν ἡσυχία. Προχωρεῖ καὶ στὸ
θυσιαστήριο κ’ ἐχθρεύει τοὺς ἱερωμένους. Τὴν νύκτα, ὅταν κοιμᾶσαι, σὲ πειράζει·
τὸ πρωΐ, ὅταν ἐγείρεσαι, ρίχνει κατὰ σοῦ τὰ ταχύτατα βέλη του· τὴν ὥρα τοῦ
μεσημεριοῦ ἔχει ἕτοιμες ἀπόκρυφες παγίδες καὶ πολυποίκιλα σκάνδαλα· ἀκατάπαυστα
«ἐνεδρεύει ἐν ἀποκρύφῳ ὡς λέων ἐν τῇ μάνδρᾳ αὐτοῦ» (Ψαλμ. θ΄ 30), γιὰ νὰ σὲ ἑλκύσει καὶ νὰ σὲ ἁρπάξει.
Καὶ γιατί ἆραγε συγχωρεῖ (ἐπιτρέπει)
ὁ Θεὸς στὸν Σατανᾶ νὰ ἐγείρει τόσους πειρασμοὺς κατὰ τοῦ δυστυχοῦς ἀνθρώπου; Τὸ
γιατὶ εἶναι φανερό: Ἐκεῖνος πολεμῶντας, νὰ νικιέται καὶ νὰ καταισχύνεται,
κι ἐμεῖς πολεμούμενοι, νὰ νικᾶμε καὶ νὰ στεφανωνόμαστε. Καὶ γιὰ νὰ μὴ
φοβηθεῖς τοὺς πολέμους του, ἄκουσε πῶς σὲ ἐνθαρρύνει ὁ Θεὸς διὰ τῆς φωνῆς τοῦ
Προφήτου του: «Οὐ φοβηθήσῃ», λέει, «ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ, ἀπὸ βέλους
πετομένου ἡμέρας, ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου, ἀπὸ συμπτώματος
δαιμονίου μεσημβρινοῦ» (Ψαλμ. Ϟ΄ 5-6). Ἔρχονται,
ναί, χιλιάδες ἀπὸ ἀριστερά σου καὶ μυριάδες ἀπὸ δεξιά σου, ἀλλὰ πέφτουν, καὶ σὲ
τίποτα δὲν μποροῦν νὰ σὲ βλάψουν. «Πεσεῖται ἐκ τοῦ κλίτους σου χιλιὰς καὶ
μυριὰς ἐκ δεξιῶν σου, πρὸς σὲ δὲ οὐκ ἐγγιεῖ» (αὐτ. 7). Ὁ Θεὸς σοῦ στέλνει τοὺς ἁγίους ἀγγέλους γιὰ νὰ σὲ διαφυλάξουν σ’ ὅλες
τὶς ὁδούς σου. «Ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι
σε ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου» (αὐτ. 11).
Φοβᾶσαι, ἄνθρωπε, τοὺς
πειρασμοὺς τοῦ δαίμονος κι ἀπορεῖς γιατί τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ πειράζει; Ἐὰν
μελετήσεις τὴν ἱστορία τοῦ Ἰώβ, φεύγει ὁ φόβος σου καὶ λύνεται ἡ ἀπορία σου. Ἐκεῖ
θὰ δεῖς, ὅτι ὁ Διάβολος ζήτησε ἄδεια ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ πειράξει τὸν Ἰώβ· κι ἀφοῦ
τὴν ἔλαβε, ἔστησε κατ’ αὐτοῦ ὅλες τὶς παγίδες του, μετῆλθε ὅλα τὰ τεχνάσματα, ἔριξε
ὅλα τὰ πύρινα βέλη, ἄδειασε ὅλες τὶς δυνάμεις του. Κατέφθειρε ὅλα τὰ ὑπάρχοντα τοῦ
Ἰώβ‧ ἔτσι ὁ πλουσιώτατος σὲ μιὰ στιγμὴ ἔγινε πτωχότατος. Θανάτωσε ὅλους τοὺς γυιοὺς
καὶ τὶς θυγατέρες του‧ ἔτσι ὁ πολύτεκνος ἀπὸ τὴν μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη ἔγινε ἄτεκνος.
Τοῦ πλήγωσε ὅλο τὸ σῶμα διὰ τραυμάτων ὀδυνηρῶν, κ’ ἔτσι ὁ πρὶν ὑγιέστατος κείτονταν
στὴν γῆ κατατραυματισμένος καὶ σκωληκιασμένος καὶ ξύνοντας μὲ ἕνα ὄστρακο τὶς
πληγές του. Ἔστειλε τοὺς φίλους του, γιὰ νὰ τοῦ προσφέρουν ἀντὶ παρηγοριᾶς
πικρία κι ἀντὶ βοηθείας ὀνειδισμούς. Στὸ τέλος ἔπεισε καὶ τὴν γυναῖκα του, νὰ τὸν
ἀπελπίσει μὲ τὰ ἐλεεινὰ λόγια της καὶ νὰ τὸν προτρέψει σὲ ἐκφώνηση βλασφημίας. «Μέχρι
τίνος καρτερήσεις;», τοῦ ἔλεγε· «ἀλλ’ εἰπόν τι ρῆμα πρὸς Κύριον καὶ
τελεύτα» (Ἰὼβ β΄ 9). Τί ὅμως κατόρθωσε ὁ Διάβολος μὲ τοῦτα;
Πέτυχε, ἆραγε, τὸν σκοπό του; Ἁμάρτησε ὁ Ἰώβ; Ὄχι! «Ἐν πᾶσι τούτοις
τοῖς συμβεβηκόσιν αὐτῷ οὐδὲν ἥμαρτεν Ἰὼβ τοῖς χείλεσιν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ»
(αὐτ.
10). Τί λοιπὸν κατόρθωσε; Αὐτὸς μὲν φανέρωσε τὴν ἀδυναμία του κι ἔμεινε
κατησχυμένος, ὁ δὲ Ἰὼβ ἔλαβε παρὰ Κυρίου διπλᾶ ὅσα εἶχε πρὶν καὶ δοξάσθηκε ἀπ’ ἄκρου
ἕως ἄκρου τῆς γῆς (αὐτ. μβ΄ 10). Κι ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα καὶ εἰς τὸν
αἰῶνα μεγαλύνεται κι ἐπαινεῖται ἡ ὑπομονή του, ἡ ἀνδρεία του, ἡ ὑπακοὴ
καὶ ἡ εὐλάβεια στὸν Θεό. Ἐπιπλέον, εἶναι ἄξιο σημειώσεως καὶ τοῦτο: Ἔδωσε
μὲν ἄδεια ὁ Θεὸς στὸν Διάβολο νὰ βλάψει τὰ ὑπάρχοντα τοῦ Ἰώβ, τὰ παιδιά του καὶ
τὸ σῶμα του, ἀλλ’ ὅμως δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ φθείρει τὴν ψυχή (ζωή) του. «Εἶπε
δὲ ὁ Κύριος τῷ διαβόλῳ. Ἰδοὺ παραδίδωμί σοι αὐτόν· μόνον τὴν ψυχὴν αὐτοῦ
διαφύλαξον» (αὐτ. β΄ 6).
Ἐὰν λοιπὸν οὔτε ὁ Σατανᾶς ἔχει
ἐξουσία, οὔτε ὁ Θεὸς δίδει σ’ αὐτὸν ἄδεια νὰ βλάψει τὴν ψυχή (ζωή) μας, κ’ ἐὰν
τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ ποὺ φθείρονται ἀπὸ αὐτὸν διπλασιάζονται καὶ οἱ πόλεμοί του
προξενοῦν στεφάνι ἀμάραντο καὶ δόξα οἰκουμενικὴ καὶ αἰώνια, γιατί τὸν φοβόμαστε;
Ὅταν ἐμεῖς ἔχουμε πίστη θερμή, βέλη νηπίων εἶναι ὅλα τὰ μηχανουργήματά του, καὶ
γίνονται δῶρα ψυχωφελῆ καὶ σωτήρια.
Ἔπειτα, ἔχοντας ὅπλα
θεοκατασκεύαστα καὶ θεοπαράδοτα, μὲ τὰ ὁποῖα, ἐὰν θέλουμε, τὸν διώχνουμε μακριὰ
ἀπὸ μᾶς, τί φοβόμαστε; Δύο ὅπλα ἔχει αὐτὸς καθ’ ἡμῶν, δύο ὅπλα ἔχουμε
καί ’μεῖς κατ’ αὐτοῦ. Αὐτὸς πειράζει μὲ τὶς ἐπιθυμίες τῆς σάρκας καὶ μὲ τὴν
ματαιότητα τοῦ κόσμου, κι ἐμεῖς μὲ τὴν νηστεία καὶ τὴν προσευχὴ τὸν βγάζουμε ἔξω·
οὔτε αὐτὸς ἔχει ἄλλα ὅπλα, οὔτε ἐμεῖς. «Τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται, εἰμὴ
ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» (Ματθ. ιζ΄ 21).
Ποιός ἀμφιβάλλει ὅτι ἡ
νηστεία μαραίνει καὶ καταδαμάζει τὴν ἐπιθυμία τῆς σάρκας; Ἔρχεται αὐτός, ἐγείρει
τὴν κακὴ ἐπιθυμία καὶ ζητᾶ νὰ καταποντίσει τὴν ψυχή σου στὸν βόρβορο τῶν ἁμαρτημάτων
τῆς σάρκας; Ἐσὺ μὴ περιμένεις νὰ νηστέψεις τὴν Τετάρτη ἢ τὴν Παρασκευή, ἀλλὰ
νήστεψε τότε ἀμέσως ὅλη τὴν ἡμέρα· τὸ ἑσπέρας φάε μόνο ψωμὶ καὶ πιὲς νερό· αὐτὸς
βλέπει τότε τὴν ἀδυναμία του καὶ φεύγει· δὲν ἐπιτείνει τὸν πειρασμό, γιὰ νὰ μὴ
παρατείνεις τὴν νηστεία καὶ πολλαπλασιάσεις τὰ στεφάνια σου. Ἦλθε αὐτός,
ἔστησε μπροστά σου τὶς παγίδες τῆς ματαιότητας τοῦ κόσμου; Τρέξε ἀμέσως στὴν προσευχὴ
μὲ πίστη κ’ εὐλάβεια, ζήτησε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, πὲς μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ: «Ἀπόστρεψον
τοὺς ὀφθαλμούς μου τοῦ μὴ ἰδεῖν ματαιότητα» (Ψαλμ. ριη΄ 37). Κανενὸς ἀνθρώπου, ποὺ προσεύχεται μὲ τέτοιο τρόπο καὶ γιὰ τόσο
σωτηριώδη πράγματα, δὲν μένει ἀνενέργητη κι ἄπρακτη ἡ προσευχή. Διότι αὐτὴ εἶναι
ἡ προσευχὴ γιὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς εἶπε: «Καὶ πάντα ὅσα ἂν αἰτήσησθε ἐν τῇ
προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε» (Ματθ. κα΄ 22). Ὁ Θεὸς λοιπόν,
ἀφοῦ ἀκούσει τὴν δέησή σου, θὰ σοῦ στείλει τὴν ἐπουράνια χάρη Του, ἡ ὁποία ἀποστρέφει
τοὺς ὀφθαλμούς σου ἀπ’τὴν κοσμικὴ ματαιότητα· ἔτσι ὁ ἐχθρὸς φεύγει
κατησχυμένος, κι ἐσὺ μένεις νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν,
ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
* Νικηφόρου
Θεοτόκη Ἀρχιεπισκόπου Ἀστραχανίου καὶ
Σταυρουπόλεως, «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ», ἐν
Βενετίᾳ 1831, τόμ. Α΄, σελ. 227–230. (Ἐπιμέλεια κειμένου, φραστικὴ διασκευή, διορθώσεις, ὑποσημειώσεις
καὶ τὰ ἔντονα στοιχεῖα, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).
1. Βλ. φιλοσοφικὴ
πραγματεία Πλουτάρχου, «Περὶ τῶν ἐκλελοιπότων χρηστηρίων».