Ἡ Προσευχή
Τὴν προσευχή μου,
Κύριε, πάντα νὰ δυναμώνῃς
καὶ
νὰ τῆς δίνῃς πτέρυγας σἂν τοῦ χρυσαετοῦ·
μὲ
καθαρμοὺς καὶ δάκρυα κοντά Σου νὰ μ’ ὑψώνῃς
κι᾽ ἂς μὴ βουλιάξω στὸν πηλὸ τοῦ σκήνους τοῦ θνητοῦ.
Ἡ Προσευχή
Τὴν προσευχή μου,
Κύριε, πάντα νὰ δυναμώνῃς
καὶ
νὰ τῆς δίνῃς πτέρυγας σἂν τοῦ χρυσαετοῦ·
μὲ
καθαρμοὺς καὶ δάκρυα κοντά Σου νὰ μ’ ὑψώνῃς
κι᾽ ἂς μὴ βουλιάξω στὸν πηλὸ τοῦ σκήνους τοῦ θνητοῦ.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος
ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ
«Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν
Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν
παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;
εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ(: Ὅταν λοιπὸν ὁ
Ἰησοῦς γεννήθηκε στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας τὶς ἡμέρες τοῦ βασιλιᾶ Ἡρώδη, ἰδοὺ
σοφοὶ ἀστρονόμοι ἀπὸ τὰ μέρη τῆς ἀνατολῆς ἦλθαν στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἄρχισαν νὰ
ρωτοῦν: “Ποῦ εἶναι ὁ βασιλιᾶς τῶν Ἰουδαίων ποὺ τώρα τελευταῖα γεννήθηκε; Διότι
εἴδαμε τὸ ἀστέρι Του νὰ ἀνατέλλει καὶ νὰ δίνει ἔτσι τὴν εἴδηση γιὰ τὴ γέννηση
τοῦ νέου βασιλιᾶ καὶ ἤρθαμε νὰ Τὸν προσκυνήσουμε’’)» [Ματθ. β΄ 1-3]
Μᾶς χρειάζεται, ἀδελφοί μου, πολλὴ ἀγρυπνία, πολλὲς προσευχές, ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ ἐξετάσουμε ἱκανοποιητικὰ αὐτὸ τὸ χωρίο καὶ νὰ μάθουμε ποιοί εἶναι αὐτοὶ οἱ μάγοι καὶ ἀπὸ ποῦ ἦλθαν καὶ πῶς καὶ ποιός τοὺς ἔπεισε καὶ τί ἦταν αὐτὸ τὸ ἀστέρι. Καλύτερα ὅμως, ἐὰν θέλετε, ἂς ἀναφέρουμε πρῶτα ὅσα λέγουν οἱ ἐχθροὶ τῆς ἀλήθειας· διότι Τοῦ ἐπιτέθηκε μὲ τόση σφοδρότητα ὁ διάβολος, ὥστε τόλμησε νὰ ἐξοπλίσει αὐτοὺς καὶ ἀπὸ τὸ χωρίο τοῦτο ἐναντίον τῶν λόγων τῆς ἀληθείας. Τί λέγουν λοιπόν; Ἰσχυρίζονται τάχα τὸ ἑξῆς: «Ἰδού, τὸ γεγονὸς ὅτι φάνηκε ἀστέρι καὶ ὅταν γεννήθηκε ὁ Χριστός, μαρτυρεῖ ὅτι ἡ ἀστρολογία γνωρίζει τὴν ἀλήθεια». Ἀφοῦ γεννήθηκε λοιπὸν κατὰ τὰ ἀστρολογικὰ δεδομένα, πῶς ἀπέδειξε τὴν ἀστρολογία ἀνάξια λόγου, πῶς κατήργησε τὴν πίστη στὴν μοῖρα, πῶς ἀποστόμωσε τοὺς δαίμονες, πῶς ἐξαφάνισε τὴν πλάνη καὶ ἐξουδετέρωσε κάθε εἴδους μαγεία;
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ
(Ματθαίου Β΄ 13–23)
ΟΜΙΛΙΑ
ΠΕΡΙ
ΥΠΑΚΟΗΣ
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ τοῦ ΘΕΟΤΟΚΗ*
Μεταξὺ τῶν ἀρετῶν ποὺ στόλιζαν τὴν ἁγία ψυχὴ τοῦ τρισμακάριου Ἰωσήφ, ἐξόχως ὑπερέλαμψε στὰ ἔργα του ἡ ἀρετὴ τῆς ὑπακοῆς. Σὲ ὄνειρο φάνηκε σ’ αὐτὸν ὁ ἄγγελος κι ὅταν, ἀφοῦ ταράχθηκε, ζήτησε νὰ διώξει ἀπ’ τὴν οἰκία του τὴν μνηστή του ἀειπάρθενο Μαριάμ, κι ὅταν τὸν πρόσταξε νὰ φύγει στὴν Αἴγυπτο. Ὅσα εἶδε στὸ ὄνειρο τοῦ φανέρωσαν πράγματα ἀσυνήθη, παράδοξα κι ἀνήκουστα. «Τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν», τοῦ ἔλεγε ὁ ἄγγελος, «ἐκ Πνεύματός ἐστιν ἁγίου» (Ματθ. α΄ 20). Πράγματα κοπιαστικά, ἐπικίνδυνα καὶ δύσκολα· φυγὴ ἀπὸ τὴν πατρίδα σὲ ξένη γῆ τὴν Αἴγυπτο, καὶ φυγὴ μὲ φόβο καὶ τρόμο λόγῳ τοῦ διωγμοῦ τοῦ βασιλιᾶ Ἡρώδη, ὁ ὁποῖος ζητοῦσε τὴν ψυχὴ τοῦ παιδίου. Ἄλλος ἄνθρωπος δυσκολοϋπότακτος θὰ ὑπέθετε ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁράματα ἦσαν ἁπλὰ ὄνειρα· θὰ δίσταζε περὶ τῆς ἐκβάσεως αὐτῶν, θ’ ἀντέλεγε προφασιζόμενος τὴν δυσκολία, δὲν θὰ ἐπείθετο, οὔτε θὰ ὑπάκουε μὲ τόση ἐπιμέλεια καὶ προθυμία. Ὁ δίκαιος ὅμως ἄνθρωπος, ὁ Ἰωσήφ, οὔτε ὑποψία ἔλαβε, οὔτε λόγο ἀντίθετο εἶπε, οὔτε δισταγμὸς μπῆκε στὴν ψυχή του, ἀλλ᾽ ἔχοντας στὴν καρδιά του τὸν θησαυρὸ τῆς ὑπακοῆς, δίχως δισταγμοὺς κ' ὑποψίες, εὐπειθῶς ἐκτέλεσε εὐθὺς ὅσα ὁ ἄγγελος τὸν πρόσταξε. Καὶ γι’ αὐτή του τὴν ἀρετὴ ἐξελέγη μέσα ἀπ’ ὅλο τὸν (τότε) κόσμο ὡς ἄξιος κι ἐπιτήδειος, γιὰ νὰ χρηματίσει φύλακας τῆς ἁγίας Παρθένου καὶ ὑπηρέτης τοῦ μεγάλου μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ
Χρυσοστόμου
ΣΤΗΝ
ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ποὺ ἀποτελοῦσαν στὸ παρελθὸν ἀντικείμενο ἀγωνιώδους στοχασμοῦ γιὰ τοὺς πατριάρχες, καὶ οἱ προφῆτες τὰ προφήτευαν, καὶ οἱ εὐσεβεῖς ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὰ δοῦν, ἐπαληθεύτηκαν καὶ πραγματοποιήθηκαν σήμερα: ὁ Θεὸς «ἐπὶ γῆς ὤφθη καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη (:παρουσιάστηκε στὴ γῆ μὲ ἀνθρώπινο σῶμα καὶ συναναστράφηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους)» [Βαροὺχ γ΄ 38]. Ἂς χαιρόμαστε, λοιπόν, καὶ ἂς πανηγυρίζουμε μὲ ἀγαλλίαση, ἀγαπητοί μου. Γιατί, ἂν ὁ Ἰωάννης (ὁ Πρόδρομος) ποὺ βρισκόταν στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του, ἀνασκίρτησε ὅταν ἡ Μαρία ἐπισκέφτηκε τὴν Ἐλισάβετ, πολὺ περισσότερο ἐμεῖς, ποὺ εἴδαμε ὄχι τὴ Μαρία, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τόν Σωτῆρα μας ποὺ γεννήθηκε σήμερα, πρέπει νὰ σκιρτᾶμε καὶ νὰ πανηγυρίζουμε, νὰ νιώθουμε θαυμασμὸ καὶ κατάπληξη γιὰ τὴν ἀσύλληπτη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ποὺ ὑπερβαίνει κάθε ἀνθρώπινο λογισμό. Γιατί σκέψου, πόσο σπουδαῖο εἶναι νὰ βλέπεις τὸν ἥλιο νὰ κατεβαίνει ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ βαδίζει πάνω στὴ γῆ, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ στέλνει τὶς ἀκτῖνες Τοῦ σὲ ὅλα τὰ δημιουργήματα.
† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο
Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, EΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *
Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι
καί προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,
Ἀξιωθέντες καί πάλιν
νά φθάσωμεν τήν μεγάλην ἑορτήν τῆς κατά σάρκα Γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ,
δοξολογοῦμεν τήν «ἄφραστον καί ἀκατάληπτον συγκατάβασιν» Αὐτοῦ, τοῦ Σωτῆρος
τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων καί Λυτρωτοῦ ἁπάσης τῆς κτίσεως ἐκ τῆς φθορᾶς, ἀναβοῶντες
μετά τῶν Ἀγγέλων «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»[1].
Ὁ Χριστός ἀπεκαλύφθη ὡς «Ἐμμανουήλ»[2], ὡς «Θεός μεθ᾿ ἡμῶν» καί «ὑπέρ ἡμῶν», ὡς Θεός πλησίον ἑνός ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, ὡς «καί ἡμῶν αὐτῶν συγγενέστερος»[3]. Ὁ «ὁμοούσιος» τῷ Θεῷ Πατρί προαιώνιος Λόγος, καθώς ἐδογμάτισεν ἡ ἐν Νικαίᾳ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ 1700ή ἐπέτειος ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς ὁποίας ἐτιμήθη πρεπόντως ὑπό τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου κατά τό παριππεῦον ἔτος, «ὁμοιοῦται τῷ ἰδίῳ ποιήματι», σαρκωθείς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου, «ἵνα τούς ἀνθρώπους θεούς ἀποδείξῃ».
ΕΥΧΕΣ
«Ὤφθης ἐπὶ γῆς, καὶ βροτοῖς συνανεστράφης·
Καίσαρος θεσμοῖς, σὺν τοῖς δούλοις ἀπεγράφης·
ἐπλάσθης, οὐκ ἐτράπης, ἀναλλοίωτος ἔμεινας,
ὅλως ὢν Θεός, κἂν ἐσαρκώθης.
Δόξα τῇ σῇ οἰκονομίᾳ, τιμὴ αἴνεσις,
μεγαλοπρέπεια καὶ νῦν, καὶ εἰς αἰῶνας. Ἀμήν.»
(Προεόρτιον Θεοτοκίον στιχηρῶν τῶν Αἴνων τῆς 23ης Δεκεμβρίου.)
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ καὶ ΑΓΙΑΣΜΕΝΑ!!!
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ· ΔΟΞΑΣΑΤΕ…»!!!
Οἱ ἅγιοι Δέκα μάρτυρες οἱ ἐν Κρήτῃ
Ἑορτάζουν τὴν κγ΄
(23η) Δεκεμβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Τοῦ Ποιμενάρχου θρέμματα Χριστοῦ δέκα,
Εἰσηλάθη· τμηθέντα μάνδρα μαρτύρων.
Εἰκάδι τῇ τριτάτῃ δέκα ἐν Κρήτῃ τάμον ἄνδρας.
Οἱ ἅγιοι τοῦτοι ἦσαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Δεκίου, ἐν ἔτει σν΄ (250), καταγόμενοι ἀπὸ τὴν Κρήτη, ὄχι ἀπὸ μία πόλη ἀλλ᾽ ἀπὸ διάφορες πόλεις καὶ χωριὰ αὐτῆς. Διότι ἀπὸ τὴν μητρόπολη Γορτύνη ἦσαν πέντε, ὁ Θεόδουλος, ὁ Σατορνίνος, ὁ Εὔπορος, ὁ Γελάσιος καὶ ὁ Εὐνικιανός· ἀπὸ τὴν Κνωσὸ ἦταν ὁ Ζωτικός· ἀπὸ τὸν λιμένα τοῦ Πανόρμου ἦταν ὁ Ἀγαθόπους· ἀπὸ τὶς Κυδωνιὲς ἦταν ὁ Βασιλείδης καὶ ἀπὸ τὸ Ἡράκλειο ἦταν ὁ Εὐάρεστος καὶ ὁ Πόμπιος.
Ἡ ἁγία μεγαλομάρτυς Ἀναστασία ἡ
Φαρμακολύτρια
Ἑορτάζει τὴν κβ΄
(22α) Δεκεμβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ἀναστασία φάρμακον πιστοῖς μέγα,
Πᾶν φάρμακον λύουσα, καὶ κεκαυμένη.
Καύθη Ἀναστασίη πυρὶ δευτέρᾳ εἰκάδι
λαύρῳ.
Ἡ ἁγία καὶ ἀνδρειοτάτη μεγαλομάρτυς Ἀναστασία ἦταν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Διοκλητιανοῦ καταγόμενη ἀπὸ τὴν Ρώμη. Ἦταν θυγατέρα κάποιου εἰδωλολάτρη ὀνομαζόμενου Πρεπεξάστου, ἡ δὲ μητέρα της ὀνομαζόταν Φαύστη, ἀπὸ τὴν ὁποία προσφέρθηκε σὲ ἄνδρα θεοσεβή, τὸν Χρυσόγονο, κ’ ἔμαθε ἀπ’ αὐτὸν τὰ ἱερὰ γράμματα. Τὴν δὲ πίστη στὸν Χριστὸ διδάχθηκε ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἀπὸ τὴν μητέρα της.
Τί εἶναι
ὁ Ἰησοῦς;
«Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ»
(Ματθ. α΄ 21)
Ἀρχιμ.
Δανιὴλ Ἀεράκη*
Διάδρομος προσγειώσεως
Γιορτάζουμε
Χριστούγεννα; Ποτὲ ἄλλοτε τὸ ἐρώτημα αὐτὸ δὲν ἦταν τόσο ἐπιτακτικό, ὅσο σήμερα.
Χριστούγεννα σημαίνουν: Γεννᾶται ὁ Χριστός! Τὸ ὅτι γεννήθηκε, τὸ γνωρίζουμε. Τὸ
ὅτι γεννᾶται μέσα στὴν φάτνη, ποὺ λέγεται Ἐκκλησία, ἐπίσης. Τὸ ἂν θὰ γεννηθεῖ
μέσα στὴν καρδιά μας καὶ μέσα στὴν κοινωνία μας, αὐτὸ δὲν γνωρίζουμε.
• Ἂν γεννηθεῖ ὁ Χριστός,
πρέπει νὰ πεθάνει ἡ κακία.
• Ἂν γεννηθεῖ ὁ Χριστός, πρέπει νὰ πεθάνει τὸ μῖσος, ὅπως, ὅταν ἀνατέλλει ὁ ἥλιος, πεθαίνει τὸ σκοτάδι. Εἶναι βαθὺ τὸ σκοτάδι σήμερα. Παχυλό, ἀδιαπέραστο. Διαφορετικὰ δὲν ἐξηγεῖται τόσο κακὸ στὴν κοινωνία μας. Ὁ Χριστὸς ἦλθε νὰ ἀγγελοποιήσει τὴν κοινωνία, καὶ ἡ κοινωνία ἀποκτηνώνεται συνεχῶς, ὅλο καὶ «ζουγκλοποιεῖται».
Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος
Ἑορτάζει τὴν κ΄
(20η) Δεκεμβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Λέουσιν, Ἰγνάτιε, δεῖπνον προὐτέθης,
Κοινωνὲ δείπνου μυστικοῦ, θάρσους λέον.
Εἰκάδι Ἰγνάτιος θάνε γαμφηλῇσι λεόντων.
Τοῦτος ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος
ἦταν διάδοχος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, κατεστάθη Πατριάρχης
τῆς Ἀντιοχέων Ἐκκλησίας, δεύτερος μετὰ τὸν Πατριάρχη Εὔοδο, καὶ ἐχρημάτισε μαθητὴς
Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ὁμοῦ μὲ τὸν ἅγιο Πολύκαρπο τὸν Ἐπίσκοπο Σμύρνης, ἐν ἔτει
ρθ΄ (109).
Ὅταν ὁ βασιλιᾶς Τραϊανὸς περνοῦσε ἀπ’ τὴν Ἀντιόχεια γιὰ νὰ πάει στοὺς Πάρθους, τότε προσφέρθηκε σ’ αὐτὸν ὁ μέγας τοῦτος Ἰγνάτιος. Κι ἐπειδὴ συζήτησε πολὺ μαζί του περὶ τῆς πίστεως στὸν Χριστό, γνώρισε ἐκ τούτου ὁ βασιλιᾶς τὸ ἀμετακίνητο τῆς γνώμης του. Ἔτσι, παρευθὺς δέρνεται ὁ ἅγιος μὲ μολύβδινες σφαῖρες· ἔπειτα ἁπλώνοντας τὰ χέρια του δέχεται φωτιὰ σὲ αὐτά· μετὰ ταῦτα καίγεται στὰ πλευρὰ μὲ θυμιατὰ γεμᾶτα ἄνθρακες καὶ ἀλειμμένα μὲ ἔλαιο· ἔπειτα στέκεται πάνω σὲ ἀναμμένους ἄνθρακες καὶ γδέρνεται μὲ σιδερένια νύχια.
Ὁ ἅγιος μάρτυς Βονιφάτιος
Ἑορτάζει τὴν ιθ΄
(19η) Δεκεμβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ζητῶν Βονιφάτιος ὀστᾶ μαρτύρων,
Ἑαυτὸν εὗρε μάρτυρα τμηθεὶς ξίφει.
Ἐννεακαιδεκάτη Βονιφάτιος αὐχένα κάρθη.
Τοῦτος ὁ ἅγιος ἦταν
στὰ χρόνια τοῦ βασιλέως Διοκλητιανοῦ δοῦλος μιᾶς
γυναίκας Συγκλητικῆς, ποὺ ὀνομαζόταν Ἀγλαΐς, θυγατέρας τοῦ Ἀκακίου, τοῦ Ἀνθύπατου
Ρώμης. Τοῦτος λοιπόν, καθὸ ἄνθρωπος, νικιόταν ἀπ’ τὸ κρασὶ κι ἀπ’ τὸν ἔρωτα τῆς
κυρίας του, ἦταν ὅμως ἐλεήμων καὶ φιλόξενος· πρόθυμα βοηθοῦσε ὅσους εἶχαν
ἀνάγκη, σπλαγχνιζότανε καὶ συμπονοῦσε στὶς συμφορὲς καὶ παρακλήσεις τοὺς
καταπονουμένους καὶ ταλαιπωρημένους ἀνθρώπους. Ὁμοίως καὶ ἡ κυρία του ἦταν
ἐλεήμων κι ἀγαποῦσε τοὺς μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ.
Μιὰ μέρα λοιπόν, λέει αὐτὴ στὸν Βονιφάτιο:
Ὁ ἅγιος μάρτυς Εὐβίοτος
Ἑορτάζει τὴν ιη΄
(18η) Δεκεμβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ἤθλησεν Εὐβίοτος ἄχρις αἱμάτων,
Βίου δὲ τέρμα χωρὶς εὗρεν αἱμάτων.
Τοῦτος ὁ ἅγιος μάρτυς Εὐβίοτος ἦταν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ, ἐν ἔτει σϞη΄ (298), καταγόμενος ἀπὸ ἕνα χωριὸ ὀνομαζόμενο Πτωκετό, τὸ ὁποῖο βρίσκεται στὴν ἐπαρχία τὴν καλουμένη τοῦ Ὀψικίου. Ἐκεῖ γεννήθηκε, ἐκεῖ ἀνατράφηκε κι ἐκεῖ ἔλαβε τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.
Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Ἐλευθέριος
Ἑορτάζει τὴν ιε΄ (15η) Δεκεμβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ἐλευθέριος, ὡς ἀδουλόνους φύσει,
Σπάθας θεωρῶν, οὐκ ἐδουλοῦτο πλάνῃ.
Δῖον Ἐλευθέριον δεκάτῃ πέφνε φάσγανα πέμπτῃ.
Τοῦτος ὁ ἅγιος ἦταν ἀπ’ τὴν πόλη τῆς Ρώμης, ἐν ἔτει ριζ΄ (117), πολὺ νέος κατὰ τὴν ἡλικία, ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα, ἔχοντας μόνο τὴν μητέρα του τὴν ἁγία Ἀνθία, ἡ ὁποία διδάχθηκε ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο τὴν πίστη στὸν Χριστό. Τοῦτος λοιπόν, ὅταν ἦταν ἀκόμη παιδὶ προσφέρθηκε ἀπὸ τὴν μητέρα του στὸν ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης Ἀνίκητο καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον ἔμαθε τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ συναριθμήθηκε μὲ τὸ τάγμα τῶν κληρικῶν. Κι ὅταν ἔγινε δεκαπέντε ἐτῶν χειροτονήθηκε διάκονος, καὶ κατὰ τὸν δέκατο ὄγδοο χρόνο τῆς ἡλικίας του χειροτονήθηκε ἱερέας καὶ στὸν εἰκοστὸ χρόνο χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος τοῦ Ἰλλυρικοῦ, ἀφοῦ εἶχε ἤδη κάμει πολλὰ θαύματα μὲ τὴν ὑπερβάλλουσα ἀρετή του1. Ἐπειδὴ ὅμως ἐπέστρεφε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ πολλοὺς ἕλληνες (εἰδωλολάτρες) διὰ τῆς διδασκαλίας του, ὁδηγήθηκε μπροστὰ στὸν βασιλέα Ἀδριανὸ καὶ ἀφοῦ διακήρυξε τὸν Χριστὸ Θεὸ ἀληθινό, μὲ προσταγὴ τοῦ βασιλέως βάζεται ἐπὶ χάλκινου καὶ πυρωμένου κρεβατιοῦ, κάτω ἀπ’ τὸ ὁποῖο ἦταν πῦρ στρωμένο. Ἔπειτα ξαπλώνεται πάνω σὲ μιὰ σχάρα πολὺ ἀναμμένη καὶ μετὰ ταῦτα βάζεται σὲ πυρωμένο τηγάνι ἀπὸ ἔλαιο καὶ ὀξύγγιο2 καὶ πίσσα. Ἀπὸ τὴν θεία ὅμως χάρη διαφυλάχθηκε ἀβλαβὴς ἀπ’ ὅλα τοῦτα.
(Λουκᾶ ΙΔ΄ 16–24)
ΟΜΙΛΙΑ
ΠΕΡΙ
ΠΡΟΦΑΣΕΩΝ
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ τοῦ ΘΕΟΤΟΚΗ*
Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο διδάσκει μάθημα ποὺ εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ τὴν σωτηρία κάθε ἀνθρώπου. Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος στὸν κόσμο ποὺ νὰ μὴ βρίσκει κάποια πρόφαση γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Ἐκεῖνος ἔχει τούτη τὴν πρόφαση, ὁ ἄλλος προβάλλει ἄλλη καὶ ἔτσι ὁ καθένας προφασιζόμενος κοιμᾶται ἥσυχος στὸν βυθὸ τῆς ἁμαρτίας του καὶ ἀμελεῖ τὴν ψυχική του σωτηρία. Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ἁρπάζει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ καθενὸς τὴν πρόφαση, δείχνοντας τὸν Θεὸ ὀργιζόμενο κατὰ ὅσων προφασίζονται, καὶ διδάσκει φανερὰ τὸ ὅτι οἱ προφάσεις κατακρίνουν ἐκείνους, ὅσοι τὶς προβάλλουν· «Λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου» (Λουκ. ιδ΄ 24).
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΛΟΥΚΑ
[Λουκ. ιδ΄
16-24]
ΓΙΑ
ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ
Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας
«Ἄνθρωπός
τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα· καὶ ἀπέστειλε
τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά
ἐστι πάντα (:Κάποιος ἄνθρωπος ἔκανε
μεγάλο βραδινὸ συμπόσιο καὶ κάλεσε πολλούς. Καὶ τὴν ὥρα τοῦ δείπνου ἔστειλε τὸ
δοῦλο του γιὰ νὰ πεῖ στοὺς καλεσμένους: "Ἐλᾶτε καὶ μὴν ἀναβάλλετε, διότι εἶναι
πλέον ὅλα ἕτοιμα")»[Λουκ.14,
16-17].
Ἂς ἐξετάσουμε μὲ λεπτομέρεια πρὶν ἀπὸ τὰ ἄλλα, ποιά ἀκριβῶς ἦταν ἡ αἰτία, ὥστε νὰ μὴ καλεῖ σὲ γεῦμα μᾶλλον, ἀλλὰ σὲ δεῖπνο πολλοὺς καὶ μᾶλλον πρὶν ἀπὸ αὐτό, ποιός ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἐννοηθεῖ ἀπὸ ἐμᾶς ὁ ὁποῖος ἔστειλε τὸν ὑπηρέτη του νὰ καλέσει γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ ποιός εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κάλεσε στὸ δεῖπνο, καὶ ποιοί εἶναι γενικὰ ἐκεῖνοι ποὺ κλήθηκαν βέβαια, ἀλλὰ περιφρόνησαν τὴν πρόσκληση.
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ
Στὰ βουνὰ τῆς Κύπρου τότε ἔπνεε τῆς λευτεριᾶς ὁ ὁλοκάθαρος ἀέρας. Ὄλμοι καὶ πολυβόλα ἦταν ἄγνωστα. Δὲν εἶχαν μολύνει τὰ Ἱερὰ τῆς Κύπρου χώματα σκληροὶ κατακτητές. Μὲ τὸν θρίαμβο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου κυμάτιζε ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον ἡ Σημαία τοῦ Σταυροῦ. Παντοῦ χαρά, λευτεριὰ καὶ εὐτυχία. Στὶς πλαγιὲς καὶ στὰ λειβάδια ἀκουγότανε ὁ γλυκὸς ἦχος τῆς φλογέρας καὶ τὸ κουδούνισμα τῶν κοπαδιῶν. Ἔτσι σὰν γλυκόφωνη φλογέρα εἶχε ἀκουσθεῖ στὰ ἱερὰ χώματα τῆς Κύπρου τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου καὶ τῶν συνεργατῶν του. Καὶ τώρα ἀμέτρητες ψυχὲς ἔψαλλαν ὕμνους στὸν Σωτῆρα.
Βοσκὸς ἦταν στὴν Κύπρο ὁ Σπυρίδων. Ζοῦσε χαρούμενη ζωή, βόσκοντας τὸ κοπάδι του. Καὶ τὰ βράδυα, ὅταν κλεισμένος μέσα μὲ τὰ τσομπανόπουλα περνοῦσε τὶς χειμωνιάτικες βραδυὲς τότε ἔβρισκε εὐκαιρία νὰ ὁδηγήσει ὄχι πιὰ πρόβατα, μὰ τὶς ψυχὲς στὰ πνευματικὰ λειβάδια τῆς πίστεως. Δίδασκε τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ ἀγάπη. Δὲν ἤξερε γράμματα πολλά. Κι ὅμως γινότανε δάσκαλος τῆς Πίστεως, σοφός, γιατὶ τὸν φώτιζε ὁ Θεὸς καὶ τὸν ὁδηγοῦσε ἡ ἀγάπη.
Ε Υ Χ Η
Εἰς τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον.
Τοῦ νομοφύλακος Ἰωάννου Διακόνου τοῦ Εὐγενικοῦ, ἀδελφοῦ Μάρκου τοῦ Ἐφέσου.*
Θεομῆτορ ὑπέραγνε. Ταύτης γὰρ τῆς προσηγορίας, οὐκ ἔχω σοι κρείττω καὶ ἐξαίρετον καὶ θειοτέραν εὑρεῖν καὶ προσενεγκεῖν. Θεομῆτορ ἀειπάρθενε, ἁγνὴ καὶ πάναγνε καὶ ὑπέραγνε καὶ νοῦν καὶ λόγον καὶ πνεῦμα καὶ σῶμα. Ἡ τὸν καθαρὸν καὶ ὑπέραγνον Λόγον καὶ Θεόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἐκ τῶν σῶν ὑπεράγνων αἱμάτων, ἄϋλον ὄντα καὶ ἀσώματον σωματώσασα, καὶ ἀληθῶς ἀνθρωπίνην σάρκα τούτῳ δανείσασα, καὶ φρικτῶς καὶ ὑπὲρ λόγον τῷ περιόντι τῆς ἀρετῆς, οἰκητήριον σεαυτὴν παρασκευάσασα τοῦ δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, κλῖναι τοὺς οὐρανοὺς καὶ συγκαταβῆναι πρὸς τὴν ἡμῶν ταλαιπωρίαν εὐδοκήσαντος, Θεοτόκε παναμώμητε· ἡ καθαρωτάτη καὶ ἄσπιλος, καὶ τὸν τρόπον καὶ βίον καὶ λόγον· καὶ πάσης καθαρᾶς κτίσεως, νοερᾶς τε καὶ αἰσθητῆς ἁγνοτέρα, Θεοτόκε πανάχραντε, Θεοτόκε πανύμνητε, κυριώνυμε, πολυώνυμε καὶ μεγαλώνυμε· ὅλη πεφωτισμένη, ὅλη ἡγιασμένη, ὅλη κεχαριτωμένη. Ἀνύμφευτε νύμφη καὶ μητρόθεε Κόρη· πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν· λαμπροτέρα τοῦ ἡλίου· τιμιωτέρα τῶν ὅλων κτισμάτων· ἁγιωτέρα τῶν Χερουβίμ· ἐνδοξοτέρα τῶν Σεραφίμ· Δέσποινα τῶν Ἀγγέλων· Κυρία τοῦ κόσμου. Ἀγαθὴ καὶ πανάγαθε, καὶ τοῦ μόνου ἀγαθοῦ καὶ ὑπεραγάθου Θεοῦ δοχεῖον ὑπεράγαθον. Πρόσδεξαι, ὡς εὐσυμπάθητος, εὐμενῶς τὴν κατὰ δύναμιν μικρὰν καὶ ταπεινὴν εὐχαριστίαν· ἡ ὑπὸ πάσης κτίσεως διαπαντὸς προσκυνουμένη καὶ κατὰ πάντων ἔχουσα τὴν ἐξουσίαν. Πρόσδεξαι προσηνῶς δουλικὴν ἱκεσίαν, ἡ ὡς συγγενὴς τοῖς ἀνθρώποις, τὸ ἀσθενὲς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀκριβῶς γινώσκουσα καὶ φιλανθρωπευομένη πᾶσι, προνοουμένη τε καὶ ἐπισκεπτομένη συμπαθέστατε. Ἐπάκουσόν μου, γλυκυτάτη Δέσποινά μου, Ὑπεραγία Θεοτόκε, θεοκόσμητε καὶ θεοχαρίτωτε· ἡ φύσει τὸ πρᾷον θεομιμήτως καὶ ἱλαρὸν καὶ εὐμενὲς καὶ ἥμερον ἔχουσα· ἡ ἐκ δεξιῶν ἀεὶ τοῦ πράου καὶ ἀγαθοῦ Θεοῦ, λαμπρῶς παρισταμένη Βασίλισσα· ἡ ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ τῶν ἱερῶν ἀρετῶν καὶ ποικίλοις χαρίσμασι τοῦ ἁγίου Πνεύματος κεκοσμημένη· ἡ πάντων κυριεύουσα, καὶ πανταχοῦ φθάνουσα, καὶ πάντα δυναμένη, ὡς τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ Μήτηρ· καὶ πάντας τοὺς ἐν ἀνάγκαις παραμυθουμένη, καὶ τῶν πειρασμῶν ἐλευθεροῦσα, καὶ τὰς θλίψεις ἐπικουφίζουσα.
(Λουκᾶ ΙΓ΄ 10–17)
ΟΜΙΛΙΑ
ΠΕΡΙ
ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ τοῦ ΘΕΟΤΟΚΗ*
Ἀκούσατε τὸν Θεάνθρωπο ποιὰ ὀνομασία ἔδωσε στὸν ἀρχισυνάγωγο, ποὺ ἄλλα ἔλεγε κι ἄλλα ἐννοοῦσε, ἄλλα ἦσαν τὰ λόγια κι ἄλλος ὁ σκοπὸς τῶν λόγων του; Ὑποκριτὴ τὸν ὀνόμασε ὁ Θεάνθρωπος. «Ὑποκριτά», τοῦ εἶπε· ἔπειτα ἔλεγξε καὶ καταθεάτρισε (διαπόμπευσε) τὴν ὑποκρισία του. Τῆς ὑποκρισίας τὸ ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖο ἄλλοι μὲν ὀνομάζουν φυσικὴ ἐπιτηδειότητα (ἢ ἐπιτήδευση), ἄλλοι δὲ τέχνη ὠφέλιμη, κι ἄλλοι ἀναγκαία οἰκονομία, εἶναι ἁμάρτημα μέγα καὶ προξενεῖ πολλές, ποικίλες καὶ μεγάλες ἁμαρτίες. Ἡ ὑποκρισία ἔχει ρίζα τὴν πονηρία, καὶ καρποὺς τὸ ψεῦδος, τὴν ἀπάτη, τὴν δολιότητα, τὴν αἰσχροκέρδεια, τὴν ἀτίμωση καὶ τὴν βλάβη τοῦ πλησίον. Ἴσως ἐσεῖς, ἀκούγοντας αὐτά, νομίζετε ὅτι εἶναι νεοφανῆ, παράδοξα καὶ ψευδεπίπλαστα. Γιὰ νὰ πληροφορηθεῖτε λοιπόν, ὅτι αὐτὰ εἶναι παλαιά, συνηθισμένα κι ἀληθινά, ἀνοίγω τὶς θεῖες Γραφές.
Ὁ ὅσιος Σάββας ὁ ἡγιασμένος
Ἑορτάζει τὴν ε΄ (5η) Δεκεμβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ψυχὴν ὄπισθεν τοῦ Θεοῦ κολλῶν πάλαι,
Ἔμπροσθεν αὐτοῦ νῦν παρίσταται Σάββας.
Θεσπεσίοιο πόλου πέμπτῃ Σάββας ἐντὸς ἐσήχθη.
Τοῦτος ὁ ἅγιος ὑπῆρχε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ μεγάλου Ἰουστινιανοῦ, τὸ ἔτος φκζ΄ (527), καταγόμενος ἀπὸ τὴν χώρα τῶν Καππαδοκῶν ἀπ’ τὸ χωριὸ τὸ καλούμενο Μουταλάσκη, γυιὸς εὐσεβῶν γονέων Ἰωάννου καὶ Σοφίας. Εὐθὺς λοιπὸν κατὰ τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του ἔτρεξε στὴν πολιτεία τῶν μοναχῶν καὶ μπῆκε σ’ ἕνα μοναστῆρι ὀνομαζόμενο Φλαβιανῶν.
Ἡ ἁγία Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα
Ἑορτάζει τὴν δ΄ (4η) Δεκεμβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ξίφει πατὴρ θύσας σε, μάρτυς Βαρβάρα,
Ὑπῆρξεν ἄλλος Ἀβραὰμ διαβόλου.
Βαρβάρα ἀμφὶ τετάρτῃ χερσὶ τοκῆος ἐτμήθη.
Ἡ ἁγία μεγαλομάρτυς Βαρβάρα ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ, τὸ ἔτος σϞ΄ (290). Ἦταν θυγατέρα ἑνὸς εἰδωλολάτρη, καταγόμενη μὲν ἀπ᾿ τὴν Ἀνατολή, φυλαττόμενη δὲ μέσα σ’ ἕναν ψηλὸ πῦργο, διὰ τὴν ἀνθοῦσα ὡραιότητα τοῦ σώματός της. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ σεμνότατη παρθένος διδάχθηκε παρὰ Θεοῦ τὴν εὐσέβεια. Ἔτσι, λατρεύοντας τὸν Χριστὸ κρυφὰ δὲν μπόρεσε νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τὸν ἀσεβῆ πατέρα της, διότι ἐκεῖνος γνώρισε τὰ σχετικὰ μ’ ἐκείνη, τότε ποὺ αὐτὸς μὲν εἶπε νὰ γίνουν δύο παράθυρα στὸ λουτρὸ ποὺ ἔκτισε, ἡ δὲ ἁγία πρόσταξε νὰ γίνουν τρία παράθυρα, τὰ ὁποῖα κ’ ἔγιναν. Ἀφοῦ ρώτησε γιὰ ποιὰ αἰτία κατασκεύασε τρία παράθυρα, ἔμαθε ἀπ’ αὐτὴν ὅτι τὰ ἔκαμε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καὶ καθὼς ἄκουσε τοῦτο ὁ βάρβαρος ὅρμησε νὰ τὴν θανατώσει μὲ τὴν σπάθη του.
Ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ Ὁσίου Πορφυρίου‧ γιὰ νὰ γνωρίσουν οἱ νεώτεροι καὶ νὰ θυμοῦνται οἱ
παλαιοί!
Οἱ Ὅσιοι Γέροντές μας σὲ μιὰ φωτογραφία!
Μία ἱστορικὴ φωτογραφία, ὅπου διακρίνονται
ὁμοῦ οἱ δύο Ὅσιοι Γέροντές μας, εὑρισκόμενοι σὲ ἱερὰ ἀποδημία στοὺς Ἁγίους
Τόπους, πιθανὸν τὴν δεκαετία τοῦ ’70.
Ὁ Ὅσιος Πορφύριος, δὲν χρειάζεται συστάσεις.
Ὁ ἅγιος μάρτυς Ἀνανίας ὁ Πέρσης
Ἑορτάζει τὴν α΄
(1η) Δεκεμβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ἀνανίας
σάρξ, πρὸς δὲ σαρκὸς αἰκίας,
Αἴσθησιν
ὡς σάρξ οὐδὲ μικρὰν λαμβάνει.
Τοῦτος ὁ ἅγιος ἦταν ἀπὸ τὴν Ἀρβὴλ πόλη τῆς Περσίας, κι ἀφοῦ συνελήφθη
λόγῳ τῆς πίστης του στὸν Χριστό, πολλὰ κι ἀνυπόφορα βάσανα δοκίμασε ὁ μακάριος.
Ὅταν δὲ ἔμελλε νὰ παραδώσει τὴν ψυχή του στὸν Θεό, εἶπε τοῦτα τὰ λόγια: