(Λουκᾶ ΙΓ΄ 10–17)
ΟΜΙΛΙΑ
ΠΕΡΙ
ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ τοῦ ΘΕΟΤΟΚΗ*
Ἀκούσατε τὸν Θεάνθρωπο ποιὰ ὀνομασία ἔδωσε στὸν ἀρχισυνάγωγο, ποὺ ἄλλα ἔλεγε κι ἄλλα ἐννοοῦσε, ἄλλα ἦσαν τὰ λόγια κι ἄλλος ὁ σκοπὸς τῶν λόγων του; Ὑποκριτὴ τὸν ὀνόμασε ὁ Θεάνθρωπος. «Ὑποκριτά», τοῦ εἶπε· ἔπειτα ἔλεγξε καὶ καταθεάτρισε (διαπόμπευσε) τὴν ὑποκρισία του. Τῆς ὑποκρισίας τὸ ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖο ἄλλοι μὲν ὀνομάζουν φυσικὴ ἐπιτηδειότητα (ἢ ἐπιτήδευση), ἄλλοι δὲ τέχνη ὠφέλιμη, κι ἄλλοι ἀναγκαία οἰκονομία, εἶναι ἁμάρτημα μέγα καὶ προξενεῖ πολλές, ποικίλες καὶ μεγάλες ἁμαρτίες. Ἡ ὑποκρισία ἔχει ρίζα τὴν πονηρία, καὶ καρποὺς τὸ ψεῦδος, τὴν ἀπάτη, τὴν δολιότητα, τὴν αἰσχροκέρδεια, τὴν ἀτίμωση καὶ τὴν βλάβη τοῦ πλησίον. Ἴσως ἐσεῖς, ἀκούγοντας αὐτά, νομίζετε ὅτι εἶναι νεοφανῆ, παράδοξα καὶ ψευδεπίπλαστα. Γιὰ νὰ πληροφορηθεῖτε λοιπόν, ὅτι αὐτὰ εἶναι παλαιά, συνηθισμένα κι ἀληθινά, ἀνοίγω τὶς θεῖες Γραφές.
Ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος λόγῳ τῆς φιλανθρωπίας του
θέλει τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων τίμια, τὸ νοῦ τους καθαρὸ καὶ τὴν ψυχὴ ἁγία, προστάζει:
«Ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ
ἐστιν» (Ματθ.
ε΄ 37). Ἄνθρωπε, λέει, τὸ ναὶ συλλογίζεται ὁ νοῦς
σου; Τὸ ναὶ νὰ λέει καὶ τὸ στόμα σου. Τὸ ὄχι συλλογίζεται ὁ νοῦς σου; Τὸ ὄχι νὰ
λέει καὶ τὸ στόμα σου. Ὅ,τι εἶναι περισσότερο τοῦ ναὶ καὶ τοῦ ὄχι, δηλαδὴ οἱ
ἀμφιβολίες καὶ τὰ διφορούμενα λόγια καὶ ἡ ἐπιτηδευμένη σκοτεινὴ ἀπόκριση
προέρχεται ἀπὸ τὸν πονηρό. Ἐὰν ἄλλο στοχάζεσαι κι ἄλλο λές· ἐὰν ὁ λόγος σου λέει
ναὶ καὶ τὸ ἔργο σου ὄχι, ἢ τὰ πράγματα λένε ναὶ καὶ ὁ λόγος σου ὄχι, τοῦτα εἶναι
γεννήματα τῆς πονηριᾶς, εἶναι ἐφευρήματα τοῦ Διαβόλου, τοῦτα εἶναι ἡ ὑποκρισία,
ὅπως βεβαιώνει ὁ θεηγόρος Ἰάκωβος, ἐπαναλαμβάνοντας τὰ ἴδια λόγια καὶ λέγοντας·
«ἤτω δὲ ὑμῶν τὸ ναὶ ναί, καὶ τὸ οὒ οὔ, ἵνα μὴ εἰς ὑπόκρισιν πέσητε» (Ἰάκ. ε΄ 12). Ὅταν
ἄλλο συλλογίζεσαι κι ἄλλο λές, ἄλλο μελετᾶς κι ἄλλο ὑπόσχεσαι, ἄλλο λὲς κι ἄλλο
πράττεις, τότε πέφτεις στὸ ἁμάρτημα τῆς ὑποκρισίας, δηλαδὴ γίνεσαι ψεύτης κι
ἀπατεώνας, ἐπιβλαβὴς καὶ δόλιος.
Ἐὰν στρέψεις τὰ μάτια στὰ ἔργα τοῦ
ὑποκριτοῦ, τὸν βλέπεις νὰ κάμει ἐλεημοσύνη (Ματθ. στ΄ 2), νὰ προσεύχεται
(αὐτόθ. κγ΄ 14), νὰ νηστεύει
(αὐτόθ. στ΄ 16), νὰ ἐλέγχει
καὶ τὰ κάρφη (αὐτόθ.
ζ΄ 4-5), δηλαδὴ καὶ τὰ μικρότατα σφάλματα τῶν ἄλλων, νἄχει
ζῆλο ὑπὲρ τοῦ νόμου (Λουκ.
ιγ΄ 14), νὰ διδάσκει ἀρετὴ καὶ ἁγιωσύνη (Ματθ. κγ΄ 2-3). Βλέπεις,
καὶ ὁμιλία καὶ σχῆμα καὶ βάδισμα τοῦ ὑποκριτοῦ κι ὅλα τὰ ἔργα του ντυμένα μὲ τὸ
σχῆμα τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητας. Ἔτσι, νομίζοντας ὅτι αὐτὸς πράττει τοῦτα
εἰς δόξαν Θεοῦ καὶ σωτηρία τῆς ψυχῆς του, τὸν εὐλαβεῖσαι ὡς ἐνάρετο καὶ ἅγιο
ἄνθρωπο. Ἐὰν ὅμως ἐξετάσεις ἀκριβῶς τὰ περιστατικὰ ποὺ συνοδεύουν τὶς πράξεις
τοῦ ὑποκριτοῦ, βλέπεις φανερὰ ὅτι αὐτός, κάνοντας τοῦτα, κανένα ἄλλο σκοπὸ δὲν
ἔχει, παρὰ μόνο νὰ φανεῖ ἅγιος ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ δοξασθεῖ ἀπ᾿ αὐτούς.
Γι’ αὐτὸ περὶ τῶν ὑποκριτῶν εἶπε ὁ Κύριος· «πάντα τὰ ἔργα αὐτῶν ποιοῦσι πρὸς
τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις» (αὐτόθ.
5). Κ’ ἐὰν τοῦτο μόνο, δηλαδὴ ἡ φιλοδοξία μόνη,
ἦταν ὁ σκοπὸς τοῦ ὑποκριτοῦ, θὰ ἔβλαπτε μόνο τὸν ἑαυτό του· αὐτὸς ὅμως ἔχει κι
ἄλλο κύριο σκοπό, τὴν φιλοκέρδεια.
Μὲ τούτους τοὺς δολεροὺς κι ἀπατηλοὺς τρόπους
τῆς ὑποκρισίας ἐξαπατῶντας ὁ ὑποκριτὴς τοὺς ἀνθρώπους, κερδίζει τὴν ὑπόληψη τῆς
ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητας· κ’ ἔτσι γίνεται κύριος τῆς καρδιᾶς τους. Καὶ τότε
ὁ λόγος του ἔχει ἰσχὺ καὶ δύναμη, τότε τρέχει ὁ κόσμος πίσω του· τότε
προσπορίζεται ὄχι μόνο τιμὴ κ’ εὐλάβεια καὶ προσκύνηση, ἀλλὰ καὶ χρήματα καὶ
κτήματα καὶ ὅλα ὅσα ἐπιθυμεῖ. Τὰ βλέπουμε αὐτὰ παλαιὰ μὲν νὰ γίνονται ἀπ’ τοὺς
δασκάλους τῆς ἀνομίας, τῆς αἱρέσεως καὶ τῆς ἀσεβείας· αὐτοί, μὲ τὸ ὑποκριτικὸ
ψεῦδος ἀφοῦ μιμήθηκαν καὶ σχηματίσθηκαν ὅπως τ’ ἀληθινὰ κι ἅγια πράγματα, κήρυξαν
τοὺς ἑαυτούς τους προφῆτες κι ἀπὸ Θεοῦ ἀπεσταλμένους, ὑποκρίθηκαν ὅτι μιλοῦν μὲ
τοὺς ἀγγέλους, ἔπλασαν ὀπτασίες καὶ θαύματα, κατασκεύασαν νόμους, ποὺ τοὺς
ἔδωσε τάχα ὁ Θεὸς σ’ αὐτούς. Κι ἔτσι, ἀφοῦ πλάνησαν ἔθνη ἀναλφάβητα καὶ λαοὺς βάρβαρους,
κ’ ὑποτάξανε διάφορα γένη, τὰ κατεκυρίευσαν, κι ἀφοῦ ἔγιναν ἀρχηγοὶ πλήθους
ἀνθρώπων, ἀπόλαυσαν ὅλα τῆς γῆς τ’ ἀγαθά. Κατανοεῖτε βέβαια ὅσοι ἀκοῦτε ποῦ
ἀφορᾶ ὁ λόγος. Καὶ τώρα βλέπουμε τὰ ἴδια, ἐν μέρει, νὰ ἐνεργοῦνται ἀπὸ κάποιους
ὑποκριτές, οἱ ὁποῖοι, πλανῶντας μὲ τὴν ὑποκρισία τοὺς πιὸ ἁπλούς, καταγυμνώνουν
τὶς οἰκίες τους. Κι ἀκοῦμε τὰ ἴδια κηρυττόμενα κατὰ τῶν ὑποκριτῶν ἀπὸ τὸν Σωτῆρα
Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος, ταλανίζοντας αὐτοὺς εἶπε· «οὐαὶ ὑμῖν, Γραμματεῖς καὶ
Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ
προσευχόμενοι· διὰ τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρίμα», δηλαδή‧ ἀλλοίμονό
σας, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριτές, διότι κατατρώγετε τὶς περιουσίες
τῶν χηρῶν καὶ προσεύχεσθε μὲ μεγάλη προσποίηση· γιὰ τοῦτο καὶ θὰ κατακριθεῖτε
πολὺ περισσότερο (Ματθ.
κγ΄ 14).
Καὶ στ’ ἀλήθεια, αὐτὴ ἡ διαβολικὴ ὑποκρισία
ἔσβησε τὴν ἀρετή, τὴν τόσο ἀναγκαία ὄχι μόνο γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ
καὶ γιὰ τὴ σύσταση τοῦ κοσμικοῦ πολιτεύματος καὶ τὴ στερέωση τῆς ὁμηγύρεως τῶν
ἀνθρώπων· ἔσβησε, τὴν ἀγάπη κι ἄναψε τὴν ὑποψία καὶ τὴν ἀμφιβολία,
ἀπ’ τὶς ὁποῖες βλάστησαν ὅλα τὰ κακὰ στὸν κόσμο. Ὁ ἐργοδότης διστάζει γιὰ τὴν
πιστότητα τοῦ ὑπαλλήλου του καὶ ὁ ὑπάλληλος γιὰ τὴν ἀξιοπιστία ποὺ ὑπόσχεται τὸ
ἀφεντικό του· οἱ φίλοι ἀμφιβάλλουν γιὰ τὴν γνησιότητα τῆς φιλικῆς σχέσης τους·
ὁ ἀδελφὸς δὲν ἐμπιστεύεται τὸν ἀδελφό του· ὁ πατέρας ὑποπτεύεται τὸν γυιὸ καὶ ὁ
γυιὸς τὸν πατέρα‧ ὁ ἄντρας φοβᾶται γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ ὑπόσχεται ἡ γυναῖκα του,
καὶ ἡ γυναῖκα ἀμφιβάλλει γιὰ τὴν σωφροσύνη τοῦ ἄντρα της. Ὅπου ὅμως κυριεύει ἡ ὑποψία,
ἡ ἀμφιβολία κι ὁ φόβος, ἀπὸ ’κεῖ φεύγει ἡ ἀγάπη. Ἐπειδὴ τὸ
ναὶ δὲν εἶναι ναί, ἀλλὰ ὄχι, καὶ τὸ ὄχι δὲν εἶναι ὄχι, ἀλλὰ ναί‧ ἐπειδὴ καὶ ἡ προφορικὴ
ὁμολογία καὶ ἡ ἔγγραφη καὶ ἡ ἔνορκη ὑπόσχεση οὔτε ὁμολογία εἶναι οὔτε ὑπόσχεση,
ἀλλὰ προσχηματικὰ καὶ πλασματικά‧ ἐπειδὴ ἔχεις ἀνάγκη φιλονεικίας καὶ μάχης καὶ
δικαστηρίων, γιὰ ν’ ἀποδείξεις τὸ ναὶ ναί, καὶ τὸ ὄχι ὄχι, ἐπειδὴ ὑποπτευόμασθε
ὅτι τὸ ναὶ δὲν εἶναι ναί, καὶ τὸ ὄχι δὲν εἶναι ὄχι‧ ποιά ἀγάπη μεταξὺ
ἀλλήλων; Ποιά ὁμόνοια στὰ ἀντρόγυνα; Ποιά εἰρήνη στὴν συγγένεια; Ποιά
ἀλήθεια στὰ δικαστήρια; Ποιά βεβαιότητα στὴν φιλία; Ποιά συμφωνία στὰ ἐμπόρια; Ποιά
ἕνωση στοὺς ἀνθρώπους; Ποῦ ἡ μιὰ καρδιά; Ποῦ ἡ μία ψυχὴ καὶ γνώμη; Ποῦ ἡ
σωτηρία τοῦ κόσμου καὶ τῆς ψυχῆς; Ἄλλος τὸν ἄλλον ὑποπτεύεται, ἄλλος τὸν ἄλλον παραπλανᾶ
καὶ καθένας φροντίζει πῶς μὲ περισσότερη ὑποκρισία θὰ ἐξαπατήσει τοὺς ἄλλους.
Ἀλλὰ πῶς νὰ ζήσουμε, λέτε, σὲ τοῦτο τὸν
κόσμο; Ἐὰν δὲν χρησιμοποιήσουμε τὴν ὑποκρισία, οὔτε ἡ διοίκηση τῶν πολιτῶν
διευθύνεται, οὔτε τὸ ἐμπόριο προκόβει, οὔτε ἡ οἰκιακὴ οἰκονομία εὐδοκιμεῖ, οὔτε
ἄλλο ἔργο εὐοδώνεται. Ἐσεῖς ποὺ τὰ λέτε αὐτὰ νομίζετε, ὡς φαίνεται, ὅτι ὁ
φιλανθρωπότατος Θεὸς γι’ αὐτὸ νομοθέτησε τὸ «ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ
οὔ» (Ματθ.
ε΄ 37), γιὰ νὰ μᾶς βλάψει καὶ καταστήσει δυστυχεῖς
καὶ ἀθλίους. Ὤ, τῆς παραλογίας καὶ τῆς βλασφημίας! Μεγάλη στ’ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου
ἡ σκοτομήνη! Αὐτὸς οὔτε στὸν Θεὸ πιστεύει, οὔτε στὶς αἰσθήσεις του πείθεται. Σεῖς,
ποὺ τὰ λέτε αὐτά, καὶ βλέπετε κι ἀκοῦτε καὶ –γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔτσι– ψηλαφᾶτε, ὅτι
ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος τοῦ ὁποίου τὸ ναὶ εἶναι ναὶ καὶ τὸ ὄχι εἶναι ὄχι, ἐκεῖνος ὁ
ἄνθρωπος, ποὺ οὐδέποτε ψεύδεται οὔτε ἀπατᾶ οὔτε δολιεύεται οὔτε βλάπτει τὸν
πλησίον, ἀλλὰ μιλάει πάντοτε τὴν ἀλήθεια, μισεῖ τὴν ἀπάτη, ἀποφεύγει τὸν δόλο,
ὠφελεῖ ὅσο μπορεῖ καὶ τὸν καθένα κατ᾿ ἰδίαν καὶ ὅλη τὴν κοινωνία, ἐκεῖνος εἶναι
ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖο τιμᾶ, ἐπαινεῖ, εὐλαβεῖται κι ἐμπιστεύεται ὅλος ὁ κόσμος. Ἐκεῖνος
εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ τίμιος, ὁ σεβάσμιος, ὁ ἐπαινετὸς κι ἀγαπημένος ὅλου τοῦ
κόσμου. Ἐκεῖνος διοικεῖ τοὺς δικούς του ἄριστα, προκόβει στὸ ἐμπόριο,
κατευθύνει τὴν οἰκονομία τῆς οἰκίας του κι εὐδοκιμεῖ σ’ ὅλα τὰ ἔργα τῶν χεριῶν
του.
Τὴν ἁμαρτία τῆς ὑποκρισίας ζύμη ὀνόμασε ὁ Λυτρωτὴς
τοῦ κόσμου. «Πρῶτον προσέχετε», εἶπε, «ἑαυτοῖς ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν
Φαρισαίων, ἥτις ἐστὶν ὑπόκρισις» (Λουκ.
ιβ΄ 1). Καὶ στ’ ἀλήθεια ζύμη εἶναι· διότι, καθὼς «ἡ
ζύμη ὅλον τὸ (ἐκ τοῦ ἀλεύρου) φύραμα ζυμοῖ» (Α΄ Κορινθ. ε΄ 6), ἔτσι ἡ
ὑποκρισία ὅλο τὸν ἄνθρωπο διαφθείρει. Φθείρει τὸν νοῦ, φθείρει τὴν καρδιά,
φθείρει τὴν γλῶσσα, φθείρει τὰ λόγια, φθείρει τὸ σχῆμα, φθείρει τὸ ἦθος,
φθείρει τὴν ψυχή. Ὁ νοῦς τοῦ ὑποκριτοῦ συλλογίζεται τὰ δόλια, ἡ καρδιὰ ἐπιθυμεῖ
τὴν ἀπάτη, ἡ γλῶσσα ψεύδεται, τοῦ ὑποκριτοῦ τὰ λόγια εἶναι πανοῦργα, τὸ σχῆμα
μεταμορφωμένο, τὸ ἦθος ποικίλο, ἡ ψυχὴ γεμάτη πονηριά. Ἐὰν παρατηρήσεις τὸν
Ἰούδα, βλέπεις ὅσα εἶπα· ὁ νοῦς του μελετοῦσε τὴν προδοσία, κι αὐτὸς ἔδειχνε
φιλία· ἡ καρδιά του ἐπιθυμοῦσε τὰ ἀργύρια καὶ ἡ γλῶσσα του μιλοῦσε περὶ
φιλοπτωχίας· ἐὰν ἄκουγες τὰ λόγια του, νόμιζες ὅτι γιὰ τίποτ’ ἄλλο δὲν
φροντίζει παρὰ μόνο γιὰ τοὺς φτωχούς· ἐὰν ὅμως ἔβλεπες τὰ πράγματα, θὰ τὸν ἔβλεπες
κλέφτη ποὺ ζητοῦσε τὴν πώληση τοῦ μύρου, γιὰ νὰ κλέψει τὰ χρήματα (Ἰωάν. ιβ΄ 5-6)· καὶ στὸ
σχῆμα φαινόταν φίλος τοῦ Χριστοῦ, διότι τὸν φίλησε, στὴν πραγματικότητα ὅμως ἦταν
προδότης, γιατὶ διὰ τοῦ φιλήματος τὸν παρέδωσε στοὺς ἄνομους κριτὲς (Λουκ. κβ΄ 47-48)· κατὰ
τὸ ἦθος ποὺ φαινόταν ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, κατὰ τὸ ἀφανὲς ἦταν φιλαργυρώτατος,
προδότης καὶ κλέφτης· ἡ ψυχή του εἶχε λύσσα γιὰ τ’ ἀργύρια, καὶ ἦταν πλήρης
πάσης δολιότητας, πάσης ἀπάτης, πάσης πονηρίας· αὐτὸς ὑπερέβη ὅλους τοὺς
ὑποκριτές, ὅσοι κάποτε ἦσαν, ὅσοι τώρα εἶναι κι ὅσοι θὰ ὑπάρξουν στὸν κόσμο·
διὰ τοῦτο κ’ ἐκφωνήθηκαν κατ᾿ αὐτοῦ ἀπ’ τὸ προφητικὸ στόμα τοῦ Δαβὶδ οἱ φοβερὲς
καὶ φρικτὲς κατάρες, ποὺ περιέχει ὁ ἑκατοστὸς ὄγδοος Ψαλμός.
Βλέπουμε ἐπίσης, ὅτι καὶ ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς κατὰ κανενὸς ἄλλου ἁμαρτωλοῦ δὲν φώναξε τόσες φορὲς τὸ οὐαί, ὅσες κατὰ τῶν ὑποκριτῶν. «Οὐαί», εἶπε, «ὑμῖν, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί»· καὶ πάλι, «Οὐαὶ ὑμῖν, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί», καὶ τὸ ἴδιο περισσότερο ἀπὸ ἑπτὰ φορὲς ἐπανέλαβε (Ματθ. κγ΄ 13-29). Καὶ κανένα ἄλλον ἁμαρτωλὸ δὲν κατέστησε παράδειγμα ὅσων μελλοντικῶς θὰ κολασθοῦν εἰμὴ μόνον τοὺς ὑποκριτές· «καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ», εἶπε, «μετὰ τῶν ὑποκριτῶν θήσει» (αὐτόθι κδ΄ 51)· κανενὸς ἄλλου ἁμαρτωλοῦ δὲν φανέρωσε ὀνομαστικὰ τὰ εἴδη τῶν βασανιστικῶν κολαστηρίων, εἰμὴ τῶν ὑποκριτῶν· «ἐκεῖ», εἶπε, ὅπου οἱ ὑποκριτὲς «ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων» (αὐτόθι). Καὶ τί φανέρωσε διὰ τούτων ὁ Θεάνθρωπος; Καὶ τί ἄλλο, εἰμὴ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἁμαρτία τῆς ὑποκρισίας εἶναι τὸ ὄργανο τῶν φρικτότερων ἁμαρτημάτων, εἶναι ἁμαρτία ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη στὴν ἀρετὴ τῆς ἁπλότητας, ἡ ὁποία εἶναι χαρακτήρας τῆς θείας φύσεως καὶ κόσμημα, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς στόλισε τὸν ἄνθρωπο, ὅταν τὸν ἔπλασε, γι’ αὐτό, ἐπειδὴ τὴν μισεῖ ὑπερβολικὰ ὁ Θεός, παιδεύει παραδειγματικὰ τοὺς ὑποκριτές.
Ἄκουσε λοιπόν, ὑποκριτή· σὺ ὄχι μόνο δὲν
στοχάζεσαι ὅτι ἡ ὑποκρισία εἶναι ἁμαρτία μεγάλη, ἀλλὰ καὶ καυχιέσαι, λέγοντας ὅτι
εἶναι πολιτικὴ ἀρετὴ ἀναγκαία καὶ χρήσιμη, κι ἔτσι πεθαίνεις χωρὶς νὰ
μετανοήσεις γι’ αὐτήν. Ἐσὺ τώρα μὲ τὴν δολερή σου ὑποκρισία πλανᾶς ἴσως τοὺς
ἀνθρώπους, μὲ τὸ νὰ φαίνεσαι μπροστά τους ἀγαθὸς καὶ δίκαιος, πλὴν ὅμως θυμήσου
ὅτι ἔρχεται ὥρα, τότε ποὺ ὁ Κριτὴς καὶ Δεσπότης τῶν ἀνθρώπων στὸ φοβερό Του βῆμα
θὰ σχίσει κι ἀποκαλύψει τὸ κάλυμμα τῆς ὑποκρισίας σου. Τότε λοιπὸν θὰ
φανερωθοῦν ἐνώπιον ὅλων τῶν ἀνθρώπων οἱ δόλιοι λαβύρινθοι τοῦ νοῦ σου, οἱ
ἀπατηλὲς περιπλοκὲς τῆς καρδιᾶς σου, τὸ ψεῦδος τῆς γλώσσας σου, ἡ διπλόη τῶν
λόγων σου, οἱ μεταβολὲς τοῦ σχήματός σου, ἡ ἀπόκρυφη πονηριὰ τῆς ψυχῆς σου. Τότε
θὰ ζητήσουν ἐκδίκηση κι ὅσοι ἐξαπατήθηκαν καὶ ζημιώθηκαν ἀπ’ τὴν ὑποκρισία σου.
Ὦ, ποία τότε ἡ αἰσχύνη σου, ποία ἡ κόλαση καὶ ἡ καταδίκη σου!
Ἀγαπητοί μου χριστιανοί, βοηθῆστε τοὺς ἑαυτούς
σας, ἀναλάβετε νοῦ φρόνιμο, μέχρις ὅτου ἔχετε καιρό. «Ἀποθώμεθα»,
ἀδελφοί, «τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ Φωτὸς» (Ρωμ. ιβ΄ 12). Σκοτάδι
εἶναι ἡ ὑποκρισία, τοῦ ψεύδους ἡ πηγή· φῶς εἶναι ἡ ἁπλότητα,
τῆς ἀλήθειας ἡ μητέρα. Ἂς ἀποδιώξουμε, ἕως ὅτου ἔχουμε καιρό, τὸ σκοτάδι τῆς
ὑποκρισίας καὶ ἂς ντυθοῦμε τὸ Φῶς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἀδελφέ, ἂς εἶναι φωτεινὸς ὁ
νοῦς σου, ἡ καρδιά σου ἁπλῆ, ἡ γλῶσσα σου ἄδολη, τὰ λόγια σου ἀληθινά, τὸ σχῆμά
σου σταθερό, ἡ ψυχή σου ἀκέραιη. Τότε θὰ γίνεις ἀληθινὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ,
τίμιος στὸν κόσμο, φίλος τοῦ Θεοῦ. Τότε θὰ ντυθεῖς τὸ ἔνδυμα τοῦ ἐπουράνιου
γάμου. Τότε θὰ γίνεις ἄξιος τοῦ νυμφῶνος τῆς θείας δόξης ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ
ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν!
* Νικηφόρου
Θεοτόκη Ἀρχιεπισκόπου
Ἀστραχανίου καὶ Σταυρουπόλεως, «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ», ἐν Βενετίᾳ 1831, τόμ.
Β΄, σελ. 105–111. (Ἐπιμέλεια κειμένου, φραστικὴ διασκευή, διορθώσεις καὶ τὰ ἔντονα στοιχεῖα, ὑπὸ ἱερομ.
Ν. ἁγιορείτου).