Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ


 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ

(Ματθαίου Β΄ 13–23)


ΟΜΙΛΙΑ

 ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ


ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ τοῦ ΘΕΟΤΟΚΗ*

 

   Μεταξὺ τῶν ἀρετῶν ποὺ στόλιζαν τὴν ἁγία ψυχὴ τοῦ τρισμακάριου Ἰωσήφ, ἐξόχως ὑπερέλαμψε στὰ ἔργα του ἡ ἀρετὴ τῆς ὑπακοῆς. Σὲ ὄνειρο φάνηκε σ’ αὐτὸν ὁ ἄγγελος κι ὅταν, ἀφοῦ ταράχθηκε, ζήτησε νὰ διώξει ἀπ’ τὴν οἰκία του τὴν μνηστή του ἀειπάρθενο Μαριάμ, κι ὅταν τὸν πρόσταξε νὰ φύγει στὴν Αἴγυπτο. Ὅσα εἶδε στὸ ὄνειρο τοῦ φανέρωσαν πράγματα ἀσυνήθη, παράδοξα κι ἀνήκουστα. «Τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν», τοῦ ἔλεγε ὁ ἄγγελος, «ἐκ Πνεύματός ἐστιν ἁγίου» (Ματθ. α΄ 20). Πράγματα κοπιαστικά, ἐπικίνδυνα καὶ δύσκολα· φυγὴ ἀπὸ τὴν πατρίδα σὲ ξένη γῆ τὴν Αἴγυπτο, καὶ φυγὴ μὲ φόβο καὶ τρόμο λόγῳ τοῦ διωγμοῦ τοῦ βασιλιᾶ Ἡρώδη, ὁ ὁποῖος ζητοῦσε τὴν ψυχὴ τοῦ παιδίου. Ἄλλος ἄνθρωπος δυσκολοϋπότακτος θὰ ὑπέθετε ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁράματα ἦσαν ἁπλὰ ὄνειρα· θὰ δίσταζε περὶ τῆς ἐκβάσεως αὐτῶν, θ’ ἀντέλεγε προφασιζόμενος τὴν δυσκολία, δὲν θὰ ἐπείθετο, οὔτε θὰ ὑπάκουε μὲ τόση ἐπιμέλεια καὶ προθυμία. Ὁ δίκαιος ὅμως ἄνθρωπος, ὁ Ἰωσήφ, οὔτε ὑποψία ἔλαβε, οὔτε λόγο ἀντίθετο εἶπε, οὔτε δισταγμὸς μπῆκε στὴν ψυχή του, ἀλλ᾽ ἔχοντας στὴν καρδιά του τὸν θησαυρὸ τῆς ὑπακοῆς, δίχως δισταγμοὺς κ' ὑποψίες, εὐπειθῶς ἐκτέλεσε εὐθὺς ὅσα ὁ ἄγγελος τὸν πρόσταξε. Καὶ γι’ αὐτή του τὴν ἀρετὴ ἐξελέγη μέσα ἀπ’ ὅλο τὸν (τότε) κόσμο ὡς ἄξιος κι ἐπιτήδειος, γιὰ νὰ χρηματίσει φύλακας τῆς ἁγίας Παρθένου καὶ ὑπηρέτης τοῦ μεγάλου μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

   Πολλοὶ νομίζουν ὅτι ἡ ὑπακοὴ εἶναι ἀρετὴ μικρὴ κι ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ἀναγκαία γιὰ τὴν σωτηρία κάθε ἀνθρώπου, οὔτε πρόξενος μεγάλων ἀνταποδόσεων καὶ βραβείων· κι ὅμως ἡ ὑπακοὴ ὑπερβαίνει κάθε προσφορὰ καὶ θυσία καὶ κάθε ὁλοκαύτωση· κι ὅμως ἡ ὑπακοὴ μόνη της μπόρεσε νὰ ἐξιλεώσει τὸν Θεὸ καὶ ν’ ἀνεβάσει τὴν ἀνθρώπινη φύση στὸ ὑπερβάλλον τῆς θείας δόξης. Ἀκοῦστε πόσο φανερὰ παρουσίασε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο λέω, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο διὰ στόματος τοῦ προφήτου Δαβίδ· θυσία νομική, λέει ὁ σαρκωμένος Λόγος πρὸς τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα Του, «θυσίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας» (Ψαλμ. λθ΄ 7), ἀλλ᾽ εὐδόκησες ὅπως σαρκωθῶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου «σῶμα δὲ κατηρτίσω μοι». Σύ, λέει, ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου δὲν ζήτησες ὁλοκαυτώματα, ἀλλὰ θέλησες τὴν ὑπακοή μου· ἰδοὺ λοιπὸν ἐγὼ ὑποτάσσομαι στὸ θέλημά σου, ὅπως ἀναφέρει γιὰ ἐμένα ἡ περίληψη κάθε προφητικοῦ βιβλίου. «Τότε εἶπον· ἰδοὺ ἥκω, ἐν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περὶ ἐμοῦ‧ τοῦ ποιῆσαι τὸ θέλημά σου, ὁ Θεός μου, ἠβουλήθην» (Αὐτόθι 8-9). Κ’ ἐκπλήρωσε ἀληθῶς ὁ Θεάνθρωπος τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα του, «γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλιπ. β΄ 8). Καὶ γι᾿ αὐτὴ τὴν ὑπακοὴ ὑπερυψώθηκε καὶ ὑπερδοξάσθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση Του‧ «διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (αὐτόθι 9). Ἔδειξε δὲ τὴν τελειότητα τῆς ὑπακοῆς ὁ Θεάνθρωπος ἀφοῦ ὑποτάχθηκε ὄχι μόνο στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴν βουλὴ τῶν ἀνθρώπων· διότι καὶ στὴν μητέρα Του καὶ στὸν Ἰωσὴφ ἔδειξε κάθε εὐπείθεια καὶ ὑπακοή· «καὶ κατέβη», λέει ὁ θεηγόρος Λουκᾶς, «μετ᾿ αὐτῶν καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ καὶ ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς» (Λουκ. β΄, 51). Ἀλλοίμονο σὲ μᾶς! Ὁ πανυπερτέλειος καὶ παντοδύναμος καὶ παντεξούσιος Θεὸς ὑπετάγη καὶ σ’ αὐτὸ τὸ πλάσμα Του, καί ’μεῖς οἱ ἐμπαθεῖς, εὐτελεῖς κι ἀδύνατοι οὔτε στὶς συμβουλὲς τῶν φρονιμώτερων συναδελφῶν μας, οὔτε στὶς ἐντολὲς τῶν ἀρχόντων καὶ προεστώτων ὑποτασσόμαστε.

   Ἀνεβᾶστε τώρα τὸν νοῦ σας στὸν οὐρανὸ καὶ δεῖτε ποιά ἦταν ἡ ἐκεῖ κατάσταση στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. Ἐκεῖ ἦσαν ὅλες οἱ ἐπουράνιες ταξιαρχίες, ὅσες ὁ Θεὸς ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐποίησε, πνεύματα νοερά, οὐσίες ἄϋλες, φῶτα δεύτερα τῆς πρώτης λαμπρότητας· ἐκεῖ ἔλαμπε ἡ ἡσυχία, ἐκεῖ βασίλευε ἡ εἰρήνη, ἐκεῖ περιάστραπτε ἡ δόξα, ἡ χαρὰ καὶ ἡ θεία μακαριότητα, ἐπειδὴ ἐκεῖνα τὰ ἅγια πνεύματα εἶχαν ἀφιερωμένο ὅλο τὸν νοῦ στὸν Θεὸ καὶ τίποτ’ ἄλλο δὲν μελετοῦσαν παρὰ μόνο τὴν εὐπειθῆ καὶ ὑπάκουη λατρεία τοῦ Δημιουργοῦ τους καὶ Δεσπότου. Ἀλλ᾿ ἰδοὺ κ’ ἐκεῖ, –φεῦ τῆς συμφορᾶς!– θόρυβος, ταραχὴ καὶ σύγχυση. Κι ἀπὸ ποῦ τοῦτο; Ἀπὸ τὴν ἀνυποταξία τοῦ Ἑωσφόρου· αὐτός, ἀφοῦ ἀπέρριψε τὸν γλυκύτατο ζυγὸ τῆς ὑποταγῆς, θέλησε ν’ ἀνεβεῖ ἐπάνω ἀπ’ ὅλα τ’ ἀγγελικὰ τάγματα, νὰ κατασταθεῖ ὅμοιος μὲ τὸν Θεό. «Ἀναβήσομαι», εἶπε, «ἐπάνω τῶν νεφῶν, ἔσομαι ὅμοιος τῷ Ὑψίστῳ» (Ἡσ. ιδ΄ 14). Κι αὐτὸς μέν, σατανᾶς γενόμενος, ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ (Λουκ. ι΄ 18)· τὸ δὲ τρίτο μέρος τῶν ἀστέρων, δηλαδὴ τῶν ἀγγέλων, ἀφοῦ πλανήθηκε ἀπ᾿ αὐτόν, ἔπεσε μαζί του ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ κατεκρημνίσθη στὴν γῆ «καὶ ἡ οὐρὰ αὐτοῦ σύρει τὸ τρίτον τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν» (Ἀποκάλ. ιβ΄ 4).

   Εἰσέλθετε τώρα μὲ τὸν νοῦ σας στὸν Παράδεισο. Ἐκεῖ ὡραιότητες καὶ κάλλη πάντερπνα, ἐκεῖ χαρὰ καὶ τρυφὴ παντοτεινή, ἐκεῖ βαθυτάτη ἡσυχία ὅλων τῶν παθῶν καὶ πνευματικὴ ἐργασία τῶν θείων ἐννοιῶν, ἐκεῖ ἡ συναναστροφὴ τῶν ἀγγέλων, ἡ συνομιλία μὲ τὸν Θεό, ἡ μακαρία ζωὴ καὶ ἡ θεία χάρη καὶ ἡ ἀληθὴς ἀνάπαυση. Ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἔδωσε ὁ Θεὸς σ’ ὅλους τοὺς προπάτορές μας, πλὴν ὅμως τοὺς ἔδωσε κ’ ἐντολὴ γιὰ νὰ δοκιμάσει τὴν ὑπακοὴ τῆς αὐτοπροαίρετης γνώμης τους. Καὶ ἐνόσῳ μὲν αὐτοὶ ὑπάκουαν στὴν ἐντολή, ἀπολάμβαναν ὅλα τ’ ἀγαθὰ τοῦ Παραδείσου· ὅταν δέ, ἁπλώσανε τὰ χέρια στὸ ξύλο τῆς παρακοῆς, κι ἔφαγαν ἀπ’ τὸν καρπό του, τότε, –ὦ πόσο πλῆθος συμφορῶν περικύκλωσαν αὐτούς!–‧ τότε ἀμέσως ἦλθε ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ ὁ χωρισμὸς τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ· τότε εὐθὺς ἀκολούθησε ἡ ἐξορία ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν μακάριο τόπο σὲ τούτη τὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος, στὴν ὁποία καί ’μεῖς οἱ ἀπόγονοί τους κατοικοῦμε· ἐξορία σὲ τούτη τὴν γῆ, ποὺ βλαστάνει ἀγκάθια καὶ τριβόλια, δηλαδὴ κάθε εἴδους θλίψη, στενοχώρια κι ἀνάγκη. Σ’ αὐτὴ τὴν γῆ μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου τρῶμε τὸ ψωμί, σ’ αὐτὴν ὡς ἄγρια θηρία ἐξεγέρθηκαν ἐναντίον μας τὰ πάθη τῆς ψυχῆς, τὰ πάθη τοῦ σώματος, τὰ πάθη τοῦ κόσμου, τὰ πάθη τοῦ Διαβόλου, ποὺ καθιστοῦν κατάπικρη κι ὀδυνηρὴ τὴν ἄθλια ζωή μας. Μὲ λύπες γεννιόμαστε καὶ μὲ λύπες στὸ τέλος πεθαίνουμε. Μία ἀρετή, ἡ ὑπακοή, ἔφερε στὸν ἄνθρωπο κάθε εὐτυχία κι ὅλα τ’ ἀγαθά· μία ἁμαρτία, ἡ παρακοή, ἐπεσώρευσε στὸν ἄνθρωπο κάθε δυστυχία κι ὅλα τὰ κακά.

   Τὸ βλέπουμε τοῦτο ὀφθαλμοφανῶς καὶ τὸ αἰσθανόμαστε δι’ ὅλων τῶν αἰσθήσεων. Μπὲς σ’ ἕνα σπίτι μὲ πολλοὺς ἀνθρώπους· ἐὰν ὁ οἰκοδεσπότης ὑποτάσσεται στοῦ Θεοῦ τὰ προστάγματα, καὶ οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ ἐργαζόμενοι στὸν οἰκοδεσπότη, θὰ δεῖς στὸ σπίτι ἐκεῖνο ἀγάπη καὶ συμφωνία μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός, ἀνατροφὴ καὶ παιδαγωγία τῶν παιδιῶν ἐπαινετὴ καὶ καλή, προθυμία κ’ ἐπιμέλεια στοὺς ἐργαζομένους, τάξη κ’ εὐπρέπεια σ’ ὅλη τὴν οἰκονομία (διαχείριση). Ἐὰν ὅμως ὁ οἰκοδεσπότης παραβαίνει τοῦ Θεοῦ τὶς ἐντολές, καὶ οἱ συγκάτοικοι οὐδεμία ὑπακοὴ δείχνουν σ’ αὐτόν, ἐκεῖ θὰ δεῖς καὶ τοὺς συζύγους νὰ μὴ συμφωνοῦν καὶ νὰ μάχονται, καὶ τὰ παιδιὰ ἀπαίδευτα κι ἄτακτα, καὶ τοὺς ἐργαζομένους γεμάτους ἐλαττώματα κι ἀμέλεια, καὶ ὅλη τὴν οἰκονομία (διαχείριση) τοῦ σπιτιοῦ παραμελημένη καὶ φθαρμένη. Εἴσελθε στὴν ᾿Εκκλησία· ἐὰν ὁ προεστὼς κατασταθεῖ παράδειγμα τῆς ὑπακοῆς πρὸς τὸν Θεό, καὶ οἱ λοιποὶ ἐκκλησιαστικοὶ τοῦ προσφέρουν τὴν πρέπουσα εὐπείθεια, βλέπεις στὴν Ἐκκλησία ἐκείνη τὴν διατήρηση τῶν θείων νόμων καὶ τῶν κανόνων, τὴν εὐταξία σ’ ὅλες τὶς ἐκκλησιαστικὲς τελετές, τὴν ἐπιμέλεια γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, τὸ φῶς κάθε ἀγαθοεργίας κι ἀρετῆς. Ἐὰν ὅμως ὁ προεστὼς τρέχει τὸν δρόμο τῆς παρακοῆς τῶν νόμων τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἀποστρέφονται τὴν ὑποταγὴ πρὸς αὐτόν, τότε ἐκεῖ κυριεύει ἡ περιφρόνηση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων καὶ ἡ ἀταξία σ’ ὅλες τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες, ἡ ἀμέλεια τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν καὶ τὸ σκότος κάθε πονηρῆς πράξεως κι ἁμαρτίας. Μπὲς σὲ μιὰ πόλη· ἐὰν ὁ βασιλιᾶς ὑπακούει στὸν Θεό, καὶ οἱ ὑπήκοοι στὸν βασιλιᾶ, στὴν πόλη ἐκείνη παύει κάθε καταπίεση, πολιτεύεται ἡ δικαιοσύνη, λάμπει ἡ μεταξὺ ἀλλήλων ἀγάπη, ἐνεργοῦνται ὅλοι οἱ νόμοι, τὸ ἐμπόριο, ὁ στρατός, ὁ στόλος, οἱ τέχνες, οἱ ἐπιστῆμες, ὅλα τ’ ἀγαθὰ καὶ κάθε εὐτυχία ἐκεῖ ἀκμάζει. Ἐὰν ὅμως ὁ βασιλιᾶς παρακούει τὸν Θεό, καὶ οἱ ὑπήκοοι τὸν βασιλιᾶ, ποιός μπορεῖ νὰ παραστήσει τὶς καταπιέσεις, τὶς ἀδικίες, τὶς ἀλληλομαχίες, τὰ σκάνδαλα καὶ τὴν ἀνομία τῆς πόλεως ἐκείνης; Ἐκεῖ τὰ ἐμπόρια ἄπιστα, οἱ στρατιῶτες ὅμοιοι μὲ τοὺς ληστές, οἱ ναῦτες σύντροφοι τῶν πειρατῶν, ἐκεῖ οἱ τέχνες μαραίνονται καὶ οἱ ἐπιστῆμες φεύγουν, ἐκεῖ ὑπερπλεονάζουν ὅλα τ’ ἁμαρτήματα καὶ οἱ συμφορές.

   Ὑπακοὴ λοιπόν, σὺ ὑπάρχεις ἀρετὴ μεγάλη καὶ θαυμάσια! Ὅταν ἐσὺ ἔλειψες, ἐσάλευσε ὁ οὐρανός· ὅταν ἐσὺ ἔφυγες, κλείστηκε ὁ Παράδεισος· ὅταν ἐσὺ κρύφτηκες, καταποντίστηκε ὁ ἄνθρωπος στὴν ἄβυσσο τῶν δυστυχιῶν. Ὅταν ἐσὺ βασιλεύεις, τότε εὐτυχοῦν οἱ βασιλεῖες καὶ οἱ πόλεις καὶ οἱ οἰκίες καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁμηγύρεις, τότε ἐνεργεῖται τῶν ἐκκλησιῶν ἡ ἀρετὴ καὶ ἁγιοσύνη, τότε φυλάττοντας οἱ ἄνθρωποι τοὺς νόμους τοῦ Θεοῦ γίνονται φίλοι καὶ υἱοὶ Αὐτοῦ κι ἀνεβαίνουν σ’ ἐκείνη τὴν δόξα, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξέπεσαν. Ἡ παρακοὴ τοῦ Ἀδὰμ κατέστησε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἁμαρτωλούς, ἡ ὑπακοὴ τοῦ Χριστοῦ κατέστησε ὅλους ὅσους πιστεύουν καὶ ὑπακούουν σὲ Αὐτὸν δικαίους καὶ ἁγίους· «ὥσπερ γὰρ διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου ἁμαρτωλοὶ κατεστάθησαν οἱ πολλοί, οὕτω καὶ διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἑνὸς δίκαιοι κατασταθήσονται οἱ πολλοί» (Ρωμ. ε΄ 19).

   Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι καταφρονοῦν τόσο εὔκολα μία ἀρετὴ τόσο ἀναγκαία κι ὠφέλιμη; Ἀπὸ ποῦ ἐγὼ παρακινούμενος δὲν ὑποτάσσομαι στοὺς προεστῶτες; Ἐγὼ φαντάζομαι ὅτι εἶμαι σοφώτερος κ’ ἔχω νοῦ διακριτικώτερο, ἢ ὅτι εἶμαι ἀγαθώτερος κ’ εὐσπλαχνικώτερος τοῦ προεστῶτος, ἢ ὅτι ἐγὼ εἶμαι μέγας κι ἔνδοξος, ἐκεῖνος δὲ εἶναι μικρὸς καὶ εὐτελέστατος‧ κι ἔτσι καταφρονῶ τὰ προστάγματά του ὡς ἀδιάκριτα καὶ παράλογα, ἢ ὡς βλαβερὰ κι ἀπάνθρωπα, ἢ ὡς εὐτελῆ κι ἀχρεῖα· καὶ τοῦτο τί ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ὁλοφάνερη ὑπερηφάνεια; Ἡ ὑπερηφάνεια λοιπὸν μὲ ἐξωθεῖ ἀπὸ τὴν κατάστασή μου, ἀπ’ τὴν τάξη δηλαδὴ τοῦ ὑποτακτικοῦ, καὶ μὲ χειροτονεῖ κριτὴ τοῦ προέδρου μου‧ ἐκ τούτου, ἀντὶ νὰ ὑπακούω κατὰ τὸ χρέος μου στὸν προεστῶτα μου, τὸν ἀνακρίνω καὶ κατακρίνω ὡς ἀμαθῆ κι ἀδιάκριτο, ὡς στερημένο ἀρετῆς κι ὡς εὐτελῆ καὶ οὐτιδανό. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ μητέρα τῆς ἀνυποταξίας, ἡ δὲ ταπείνωση εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ὑπακοῆς· γιὰ τοῦτο ὁ τρισμακάριος Παῦλος μιλῶντας περὶ τῆς ὑπακοῆς τοῦ Χριστοῦ, προέταξε τὴν ταπείνωση τῆς ὑπακοῆς Του, «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν», λέει, «γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλιπ. β΄ 8). Κι ἀνεβαίνει τούτη ἡ ὑπερηφάνεια ἕως ἐκεῖ, ὅπου καὶ οἱ ἄγγελοι φρίττουν καὶ τρέμουν νὰ κοιτάξουν. Μερικοὶ ἄφρονες καὶ μωροί, ἀποτολμῶντας, γίνονται κριτὲς καὶ αὐτοῦ τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ. Ἔτσι, κάθεται ὁ ἄνθρωπος, τὸ σκουλήκι τῆς γῆς, ἐπὶ θρόνου κρίσεως, καὶ ἀνακρίνοντας τὴν ἄπειρη σοφία, τὴν πρόνοια καὶ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Δημιουργοῦ τῆς κρίσεως, κατακρίνει καὶ καταδικάζει τὰ προστάγματά Του ὡς βαριὰ καὶ δύσκολα· κι ἀπὸ τοῦτες τὶς διαβολικὲς φαντασίες νικημένος, γίνεται παρήκοος σχεδὸν χωρὶς ἔλεγχο συνειδήσεως, ἐπειδή, φρονῶντας ὅτι οἱ θεῖοι νόμοι εἶναι βαρεῖς καὶ δύσκολοι, ἀποφασίζει, ὅτι καθόλου ἢ ἐλάχιστα ἁμαρτάνει, ὅποιος τοὺς παραβαίνει.

   Ὁ ἄνθρωπος ὁ ταπεινόφρων, ἀπέχοντας ἀπὸ τέτοιους ὑπερήφανους λογισμοὺς καὶ σατανικὲς φαντασίες, ὅσο ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπ’ τὴν γῆ, κι ἐνθυμούμενος ὅτι κάθε ψυχὴ ἔχει χρέος νὰ ὑποτάσσεται στοὺς ἐξουσιαστές, κι ὅτι οἱ προεστῶτες εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ ταγμένοι, κι ὅτι «ὁ ἀντιτασσόμενος τῇ ἐξουσίᾳ τῇ τοῦ Θεοῦ διαταγῇ ἀνθέστηκεν· οἱ ἀνθεστηκότες ἑαυτοῖς κρίμα λήψονται», δηλαδή‧ ἐκεῖνος ποὺ ἀντιτάσσεται στὴν ἐξουσία, ἀντιτίθεται στὴν διαταγὴ τοῦ Θεοῦ· κι ὅσοι ἀντιτάσσονται θὰ ἐπισύρουν πάνω τους τὴν τιμωρία ποὺ τοὺς πρέπει (Ρωμ. ιγ΄ 2), πιστεύοντας δὲ τὸν ἑαυτό του ἔσχατο ὅλων τῶν ἄλλων, δὲν ἀνακρίνει τοὺς προεστῶτες, ἀλλὰ μὲ χαρὰ κι εὐπείθεια ὑποτάσσεται σ’ αὐτούς‧ καὶ πεπεισμένος ὤν, ὅτι εἶναι ὑπερτέλεια καὶ σωτηριωδέστατα ὅλα τὰ προστάγματα τοῦ πανυπερτέλειου καὶ πανυπεράγαθου Θεοῦ, μὲ πολλὴ εὐλάβεια ὑπακούει σ’ αὐτά. Καὶ ἂν κάποτε παρακούσει, δὲν συλλογίζεται ὅτι παρήκουσε ἐπειδὴ ἐκεῖνα εἶναι βαριὰ καὶ δύσκολα, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι κακοπροαίρετος καὶ δύστροπος. Ὅποιος λοιπὸν ἔχει τὴν ταπείνωση, ἐκεῖνος ἔχει καὶ τὴν ὑπακοή.

   Σημειῶστε δέ, ὅτι ἄλλη ὑπακοὴ εἶναι ἀναγκαστική, κι ἄλλη προαιρετική. Ἡ πρώτη δὲν εἶναι ἀρετή, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἔργο τῆς προαίρεσης, ἀλλὰ τοῦ φόβου, δὲν εἶναι καρπὸς τῆς ἀγαθότητας καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης, ἀλλὰ τῆς βίας καὶ τῆς ἀνάγκης· ὑπακοὺς στὸν δυνάστη, γιὰ ν’ ἀποφύγεις τὶς πληγὲς καὶ νὰ ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὴν τιμωρία· γι’ αὐτὸ ἡ τέτοια ὑπακοὴ κανένα μισθὸ δὲν ἔχει. Ἡ δεύτερη, δηλαδὴ ἡ ὑπακοὴ ἡ προαιρετική, εἶναι ἔργο ὄχι τῆς βίας, ἀλλὰ τῆς συγκατάθεσης τῆς ψυχῆς, ὄχι τῆς πίεσης, ἀλλὰ τῆς ταπεινοφροσύνης· ἔτσι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ὑπακοή, αὐτὴ πρέπει (ἁρμόζει) στοὺς Χριστιανούς, αὐτὴ ἔχει τὶς ἐπουράνιες καὶ τὶς ἐπίγειες μισθαποδοσίες. Ὅσοι λοιπὸν θέλετε τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς σας καὶ τὴν εὐτυχία σὲ τοῦτο τὸν κόσμο, ἐκδιῶξτε μακριὰ ἀπ’ τὸν νοῦ τὴν ὑψηλοφροσύνη, γιὰ νὰ ἔλθει στὴν καρδιά σας ἡ μεγάλη καὶ σωτήρια ἀρετὴ τῆς ὑπακοῆς. Ὅλοι, πάντοτε καὶ σ’ ὅλα ὑποταχθεῖτε στοῦ Θεοῦ τὸ θέλημα. Πάντες ὑποταχθεῖτε «ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. ε΄ 21)· οἱ γυναῖκες ὑποταχθεῖτε στοὺς ἄνδρες σας, τὰ παιδιὰ στοὺς γονεῖς, οἱ νέοι στοὺς γέροντες, οἱ ἐργαζόμενοι στοὺς προϊσταμένους, οἱ ὑπήκοοι στοὺς ἡγεμόνες καὶ προέδρους· «ὑποτάγητε πάσῃ ἀνθρωπίνῃ κτίσει διὰ τὸν Κύριον εἴτε βασιλεῖ ὡς ὑπερέχοντι εἴτε ἡγεμόσιν ὡς δι᾿ αὐτοῦ πεμπομένοις εἰς ἐκδίκησιν μὲν κακοποιῶν, ἔπαινον δὲ ἀγαθοποιῶν», δηλαδή‧ ὑποταχθεῖτε, λοιπόν, κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου σὲ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ κατέχει κάποια ἀρχὴ κ’ ἐξουσία εἴτε στὸν βασιλέα ὡς πρὸς ἀνώτερο ἄρχοντα, εἴτε στοὺς ἡγεμόνες (διοικητὲς ἐπαρχιῶν), ὡς πρὸς ἄρχοντες ποὺ στέλνονται ἀπ’ αὐτὸν γιὰ τὴν τιμωρία τῶν κακοποιῶν, καὶ γιὰ τὸν ἔπαινο καὶ τὴν ἀσφάλεια ἐκείνων ποὺ πράττουν τὸ καλό (Α΄ Πέτρ. β΄, 13-14)· ὑποταχθεῖτε σ’ ὅσους ἔχουν τὴν ἐξουσία καὶ στοὺς προεστῶτες, «ὅτι οὕτως ἐστὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ» (αὐτόθι 16)· μὴ προφασίζεσθε τὴν ἐλευθερία, λέγοντας ὅτι εἶμαστε ἐλεύθεροι κι ὡς ἐλεύθεροι δὲν ἔχουμε χρέος ὑπακοῆς· ὑποταχθεῖτε καὶ μὴ ἀνυποτακτεῖτε ἔχοντας τὴν ἐλευθερία ὡς ἐπικάλυμμα τῆς κακίας· ὑποταχθεῖτε δέ, ἔστω κι ἂν εἶναι πονηροὶ οἱ προεδρεύοντες, κι ἂν ἀκόμη πολλὰ παθήματα πάσχετε ἀπ᾿ αὐτοὺς ἄδικα· «τοῦτο γὰρ χάρις, εἰ διὰ συνείδησιν Θεοῦ ὑποφέρει τις λύπας, πάσχων ἀδίκως», δηλαδή‧ διότι τοῦτο εἶναι χάρις Θεοῦ, ἐὰν μὲ τὴν συνείδηση ὅτι αὐτὸ θέλει ὁ Θεός, ὑποφέρει κανεὶς λύπες, ταλαιπωρούμενος καὶ πάσχοντας ἄδικα (αὐτόθι 19)!


* Νικηφόρου Θεοτόκη Ἀρχιεπισκόπου Ἀστραχανίου καὶ Σταυρουπόλεως, «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ», ἐν Βενετίᾳ 1831, τόμ. Β΄, σελ. 308–313. (Ἐπιμέλεια κειμένου, φραστικὴ διασκευή, διορθώσεις, ὑποσημειώσεις καὶ τὰ ἔντονα στοιχεῖα, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).