Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Οἱ ὅσιοι Συμεὼν ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς καὶ Ἰωάννης

 


Οἱ ὅσιοι Συμεὼν ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς καὶ Ἰωάννης

Ἑορτάζουν τὴν κα΄ (21η) Ἰουλίου.


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*


Εἰς τὸν Συμεών.

Ἔμφρων σὺ μωρός, ὃς βίον παίζων, Πάτερ,

Ὄφιν φρόνιμον λανθάνεις τέλους ἄχρι.

Εἰς τὸν Ἰωάννην.

Ἔρημον εἵλου, ὦ Ἰωάννη, μάκαρ,

Δι’ ἧς ἔρημα εἰργάσω σαρκὸς πάθη.

Ψευδαέφρων περίφρων Συμεὼν θάνεν εἰκάδι πρώτῃ


   Τοῦτοι οἱ ἅγιοι ἦσαν ἀπὸ τὴν πόλη Ἔδεσσα ποὺ βρίσκεται στὴν Συρία, στὰ χρόνια τοῦ βασιλέως Ἰουστίνου τοῦ νέου, ἐν ἔτει φιη΄ (518), κι ἀφοῦ ἦλθαν στὰ Ἱεροσόλυμα εἶδαν καὶ προσκύνησαν τὴν ὕψωση τοῦ τιμίου Σταυροῦ καὶ πλέον στὴν πατρίδα τους δὲν γύρισαν· ἀλλὰ φθάνοντας στὸ μοναστήρι τοῦ ὁσίου Γερασίμου τοῦ Ἰορδανίτου ἔγιναν εὐμενῶς δεκτοὶ ἀπὸ τὸν τότε θεοφόρο ἡγούμενο Νίκωνα. Ἐκεῖ λοιπὸν ἔλαβαν τὸ ἅγιο σχῆμα τῶν μοναχῶν, καὶ προτοῦ ἀκόμη νὰ τελειώσουν οἱ ἑπτὰ ἡμέρες, ποὺ εἶναι συνήθεια νὰ φυλάττουν οἱ νεόκουροι μοναχοὶ μένοντας στὸ μοναστήρι, αὐτοὶ ἐξῆλθαν τοῦ μοναστηριοῦ κι ἀφοῦ πήγανε στὴν ἔρημο διῆλθαν ἐκεῖ σαράντα χρόνια, μεταχειριζόμενοι κάθε ἄσκηση καὶ σκληραγωγία.

   Ἔπειτα, ὁ μὲν Ἰωάννης παρέμεινε στὴν ἔρημο μέχρι τέλους, ὁ δὲ Συμεὼν ἐπέστρεψε στὰ Ἱεροσόλυμα κι ἀφοῦ προσκύνησε τὸν ζωηφόρο Τάφο τοῦ Κυρίου προσευχήθηκε γιὰ νὰ μὴ καταλάβουν οἱ ἐν τῷ κόσμῳ ἄνθρωποι τὴν κρυφὴ ἐργασία τῆς σαλότητας, τὴν ὁποία μελετοῦσε νὰ μεταχειρισθεῖ γιὰ ὅσο θὰ βρισκόταν στὴν παροῦσα ζωή. Ἀφοῦ ἦλθε λοιπὸν στὴν πόλη Ἔμεσα, (τὴν λεγομένη Χόμς), πῆρε τὸ σχῆμα τοῦ μωροῦ καὶ σαλοῦ, κι ἔκαμε πολλὰ θαύματα μέσα ἀπὸ τὴν φαινομενικὴ τούτη μωρία. Τὰ ὁποῖα, ὅταν μὲν γίνονταν, τὰ γνώριζαν μόνο οἱ συνετώτεροι καὶ ὀξύτεροι στὸν νοῦ, ὅταν ὅμως ἀπῆλθε ὁ ἀοίδιμος πρὸς Κύριον ἔγιναν γνωστὰ σὲ ὅλους· διότι ἄλλος διηγοῦνταν ἕνα θαῦμα ποὺ ἤξερε τοῦ ὁσίου, ἄλλος δὲ ἄλλο, καὶ τὰ φανέρωσαν πρὸς κοινὴ ὠφέλεια καὶ διδασκαλία ὅλων.

   Ἂν καὶ τὰ ἄλλα θαύματα ὅσα τέλεσε ὁ ὅσιος δὲν τὰ ἀναφέρουμε ἐδῶ, τὰ ὁποῖα βρίσκονται στὸν κατὰ πλάτος Βίο του, ὅμως ἕνα ὑστερινὸ θαῦμα του εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ διηγηθοῦμε.

   Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ ὅσιος, σήκωσαν τὸ λείψανό του δύο ἄνθρωποι, στερημένο παντὸς εἴδους σπογγίσματος, ἐπιμέλειας, ψαλμῳδίας καὶ θυμιάματος, καὶ τὸ ἔφεραν σ’ ἕνα κοιμητήριο γιὰ νὰ τὸ ἐνταφιάσουν. Κι ἐνῶ διάβαιναν ἀπ’τὴν οἰκία ἑνὸς Ἑβραίου, τότε τὸ λείψανο τοῦ ὁσίου φάνηκε ὅτι δορυφορεῖτο ἀπὸ τόσες πολλὲς δοξολογίες κι ἀπὸ τόσο πλῆθος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔψαλλαν γλυκύτατες μελωδίες, ὥστε ὁ Ἑβραῖος ἀκούγοντάς τες ἔσκυψε ἀπ’τὴν οἰκία του νὰ δεῖ, καὶ βλέποντας μόνο τοὺς δύο πενιχροὺς ἐκείνους ἀνθρώπους ποὺ σήκωναν τὸ ἅγιο λείψανο, παρακινήθηκε νὰ πεῖ τοῦτα: «Μακάριος εἶσαι, σαλέ, διότι σὺ μὴ ἔχοντας ἀνθρώπους νὰ σοῦ ψάλλουν, ἔχεις τοὺς Ἀγγέλους καὶ σὲ τιμοῦν μὲ τὶς Ἀγγελικὲς ὑμνωδίες τους». Κι ἀφοῦ κατέβηκε ἀπὸ τὴν οἰκία του πῆγε καὶ κήδευσε τὸ σῶμα τοῦ ὁσίου μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια. Ὅταν δὲ παρῆλθαν κάποιες ἡμέρες, ἦλθε ὁ συνασκητής του Ἰωάννης καὶ τὸν βρῆκε πρὸς Κύριον ἐκδημήσαντα.

 

Ταῖς Αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

 

* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 6ος, σελ. 87-89. (Μικρὴ φραστικὴ διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).