Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Οἱ ἅγιοι μάρτυρες Λαυρέντιος ἀρχιδιάκονος, Ξύστος πάπας Ρώμης καὶ Ἱππόλυτος

 


Οἱ ἅγιοι μάρτυρες Λαυρέντιος ἀρχιδιάκονος, Ξύστος πάπας Ρώμης καὶ Ἱππόλυτος

Ἑορτάζουν τὴν ι΄ (10η) Αὐγούστου.


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*


Εἰς τὸν Λαυρέντιον.

Τὸν Λαυρέντιον λάβρακα Χριστοῦ λέγω,

Ἐπ’ ἐσχάρας ἄνθραξιν ἐξωπτημένον.

 

Εἰς τὸν Ξύστον.

Τέλους ἀθλητῶν καὶ κλέους τυχεῖν θέλων,

Ἤθλησας ἆθλον, Ξύστε, τὸν διὰ ξίφους.

 

Εἰς τὸν Ἱππόλυτον.

Τὸν Ἱππόλυτον ἱπποδέσμιον βλέπω,

Ἐναντίον πάσχοντα τῇ κλήσει πάθος.

Ὤπτησαν δεκάτῃ Λαυρέντιον ἠΰτε ἰχθύν.


   Τούτοι οἱ ἅγιοι ἦσαν στοὺς καιροὺς τοῦ βασιλέως Δεκίου, ἐν ἔτει σν΄ (250), καὶ ὁ μὲν ἅγιος Ξύστος ἦταν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, στὴν ὁποία διδάχθηκε τὰ μαθήματα τῆς φιλοσοφίας· ἐρχόμενος δὲ στὴν Ρώμη χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος, ἀφοῦ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Στέφανος ὁ Πάπας τῆς Ῥώμης1. Κι ἐπειδὴ τότε πλησίαζε νὰ γεννηθεῖ ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν, πρόσταξε ὁ ἅγιος Ξύστος τὸν ἀρχιδιάκονό του ἅγιο Λαυρέντιο νὰ οἰκονομήσει τὰ σκεύη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ῥώμης· ὁ δὲ θεῖος Λαυρέντιος τὰ μοίρασε στοὺς φτωχούς. Ὅταν λοιπὸν ὁ Δέκιος ἐπανῆλθε ἀπὸ τὴν Περσία, ἔφεραν μπροστά του τὸν ἅγιο Ξύστο καί, ἐπειδὴ δὲν πείστηκε ν’ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, ἀλλὰ τὸν ὁμολόγησε παρρησίᾳ Θεὸν ἀληθινὸ καὶ δημιουργὸ τοῦ παντός, ἀποκεφαλίσθηκε κι ἔλαβε ὁ ἀοίδιμος τοῦ μαρτυρίου τὸ στεφάνι.

   Ἔπειτα ἔφεραν μπροστά του καὶ τὸν ἀρχιδιάκονο Λαυρέντιο, ἀπ’τὸν ὁποῖο ζητοῦσε ὁ Δέκιος χρεωστικῶς νὰ λάβει τὰ σκεύη καὶ τὰ χρήματα τῆς Ἐκκλησίας· τότε ὁ ἅγιος ζήτησε ἁμάξια καὶ παίρνοντάς τα στοίβαξε ἐπάνω τοὺς φτωχοὺς καὶ χωλοὺς καὶ ἐλεεινοὺς ἐκείνους, στοὺς ὁποίους μοίρασε τὰ χρήματα καὶ τοὺς ἔφερε στὸν βασιλέα. Ὁ δὲ βασιλεὺς βλέποντάς τους θύμωσε καὶ πρόσταξε νὰ δείρουν δυνατὰ τὸν ἅγιο κ’ ἔπειτα νὰ τὸν βάλουν στὴν φυλακή· ἐκεῖ ὅμως εὑρισκόμενος ὁ ἅγιος γιάτρευε ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς, ὅσους ἐρχόντουσαν πρὸς αὐτόν. Βλέποντας δὲ τὶς γιατρειὲς αὐτὲς ὁ Τριβοῦνος Καλλίνικος, ποὺ ἦταν ἐπιστάτης στὴν φυλακή, πίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκε.

   Μετὰ ταῦτα ὁδηγήθηκε πάλι στὸν βασιλέα ὁ ἅγιος Λαυρέντιος καί, ἐπειδὴ δὲν πείστηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, τὸν ἅπλωσαν ἐπάνω σὲ μιὰ σχάρα πυρακτωμένη, κάτω ἀπ’τὴν ὁποία ἄναβε φωτιά. Κι ὁ ἅγιος ἀφοῦ ἁπλώθηκε σ’ αὐτὴν καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ παρέδωκε τὸ πνεῦμα, λαμβάνοντας τὸ ἀμάραντο στεφάνι τῆς ἀθλήσεως. Τὸ δὲ ἅγιο λείψανό του ἔλαβε τὸν πρέποντα ἐνταφιασμὸ ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἱππόλυτο.

   Τοῦτο δὲ μαθαίνοντας ὁ ἀσεβὴς βασιλεὺς ἔστειλε κι ἔφερε τὸν Ἱππόλυτο καὶ πρόσταξε νὰ τὸν δείρουν μὲ σιδηρὲς κινάρες2 κ’ ἔπειτα νὰ τὸν δέσουν σ’ ἄγρια ἄλογα, ἀπ’ τὰ ὁποῖα συρόμενος μὲ βία ὁ ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ γιὰ πολὺ διάστημα τόπου παρέδωκε ὁ μακάριος τὴν ψυχή του εἰς χεῖρας Θεοῦ.

   Ἡ δὲ σύναξη καὶ ἑορτὴ τούτων τελεῖται σὲ τόπο καλούμενο Τρίκογχο, πλησίον τοῦ Καπιτωλίου τῆς Ῥώμης. Λέγουν δέ, ὅτι ἑπτὰ ἡμέρες μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Ἱππολύτου ὁ βασιλεὺς Δέκιος καὶ ὁ Βαλλεριανός3 πῆγαν ἔφιπποι στὸ θέατρο καὶ ἐκεῖ ἀπέρριψαν τὶς μιαρές τους ψυχές. Καὶ ὁ μὲν Δέκιος ἔκραξε στὴν ὥρα τοῦ θανάτου καὶ εἶπε: «Ὦ Ἱππόλυτε, ὡς αἰχμάλωτο ἔτσι μὲ σύρεις δεμένο;». Φώναξε δὲ καὶ ὁ Βαλλεριανός: «Ὁ Ἱππόλυτος μ’ ἔδεσε μὲ πύρινες κατένες καὶ μὲ σύρει» [στὰ λατινικὰ ἡ ἁλυσίδα λέγεται catena (κατένα)]. Τοῦτα τὰ λόγια φανερώθηκαν σὲ ὅλη τὴν Ῥώμη καὶ διὰ τῆς Ῥώμης τὰ ἔμαθε ὅλη ἡ οἰκουμένη· κι ἔτσι ὅλοι στερεώθηκαν στὴν πίστη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.


Ταῖς Αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

 

* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 6ος, σελ. 190-192. (Μικρὴ φραστικὴ διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).


1. Τοῦτος ἑορτάζεται κατὰ τὴν Τρίτη (3η) τοῦ παρόντος Αὐγούστου.

2. Ἡ κινάρα εἶναι ἁλυσίδα λεπτὴ καὶ μικρὴ ποὺ ἔχει ὀξύτατα δόντια· μὲ αὐτὴν ἔδειραν τὸν ἅγιο.

3. Ἴσως ἐννοεῖ τὸν γυιὸ τοῦ Δεκίου, διότι ὁ βασιλεὺς Οὐαλλεριανὸς ἀνέβηκε στὸν θρόνο τρία ἔτη μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Δεκίου.