Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Ἡ ὁσία Σοφία


 

Ἡ ὁσία Σοφία

Ἑορτάζει τὴν δ΄ () Ἰουνίου.


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*


Οὐκ ἐμποδών σοι κόσμος ὤφθη Σοφία,

Πρὸς τὴν τελειότητα ἀρετῆς φθάσαι.


   Τούτη ἡ Ἁγία καταγόταν ἀπὸ τὴν Αἶνο τῆς Θράκης καὶ ἦταν θυγατέρα εὐσεβῶν γονιῶν καὶ περιβόητων στὸν τόπο ἐκεῖνο· ἀφοῦ ἔφτασε σὲ κατάλληλη ἡλικία τὴν πάντρεψαν οἱ γονεῖς της καὶ μὲ τὸν ἄνδρα της γέννησε ἕξι παιδιά. Ἂν καὶ ἦταν ἀνάμεσα στὶς φροντίδες καὶ ταραχὲς τῆς κοσμικῆς ζωῆς, παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ἔδειξε μὲ τὰ ἔργα της ὅτι οἱ φροντίδες τοῦ κόσμου καὶ οἱ ταραχὲς δὲν εἶναι διόλου ἐμπόδιο στὸ νὰ εὐαρεστήσει στὸν Θεὸ ὅποιος θέλει, ἀρκεῖ μόνο νὰ ἐργάζεται τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ νὰ μεταχειρίζεται τὶς θεοφιλεῖς πράξεις καὶ ἀρετές.

   Διότι αὐτὴ ἡ μακαρία δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ κι ὅταν βρισκόταν στὸ σπίτι της ἀγρυπνοῦσε ὅλη τὴν νύκτα καὶ καταγινόταν σὲ προσευχές. Κ’ ἐπειδὴ πέθαναν τὰ παιδιά της, ἔγινε μητέρα ἄλλων ὀρφανῶν παιδιῶν καὶ μεγάλη βοήθεια τῶν χηρῶν. Ἀφοῦ δὲ διαμοίρασε τὰ ὑπάρχοντά της στοὺς φτωχοὺς διερχόταν ἔκτοτε τὴν ζωή της μὲ δίαιτα ἀσκητική· φαγητὸ εἶχε τὸν ξηρὸ ἄρτο καὶ ποτὸ τὸ ἁπλὸ ὕδωρ· τὸ δάκρυ δὲν ἔλειπε ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς της, οἱ Ψαλμοὶ τοῦ Δαβὶδ ἦσαν ἀκατάπαυστα στὸ στόμα της· δὲν ἀδυνάτησε οὔτε ἀμέλησε στὴν προσευχή. Ἡ ταπείνωσή της πρὸς τὸν κάθε ἄνθρωπο καὶ σ’ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς τυχόντας καὶ παραμικροὺς ἦταν ἄμετρη, ἡ ἐλεημοσύνη τὴν ὁποία ἔκαμε σὲ ὅλους τοὺς προσερχομένους φτωχούς, ἦταν ἱλαρὴ καὶ πλούσια. Νόμιζε δὲ ἡ τρισόλβια ὅτι ἦταν προτιμότερο νὰ στερεῖται αὐτή, παρὰ ν’ ἀφήσει τὸν φτωχὸ νὰ φύγει ἄδειος ἀπὸ τὸ σπίτι της· καὶ περισσότερο χαιρόταν ὅταν ἔδιδε, παρὰ ὅταν λάμβανε.

   Γι’ αὐτὸ κι ἔγινε σ’ αὐτὴν τὸ ἑξῆς παράδοξο θαῦμα: Εἶχε δηλαδή, ἕνα ἀγγεῖο γεμάτο κρασὶ καὶ ὁρισμένο γιὰ νὰ τὸ μοιράζει στοὺς φτωχούς. Ἔτσι λοιπόν, ὅσο αὐτὴ λάμβανε ἀπὸ τὸ ἀγγεῖο ἐκεῖνο μὲ τὰ δυό της χέρια καὶ τὸ ἔδινε στοὺς φτωχούς, τόσο ἔβλεπε θαῦμα ἐξαίσιο, διότι ἔβρισκε πάντοτε τὸ ἀγγεῖο γεμάτο, χωρὶς νὰ λιγοστεύει καθόλου. Καὶ γιὰ ὅσο χρονικὸ διάστημα ἔκρυβε τὸ θαῦμα καὶ δὲν τὸ φανέρωνε σὲ ἄλλον, ἀνοίγοντάς το, βρισκόταν πάντοτε γεμάτο τὸ ἀγγεῖο‧ ὅταν ὅμως, θέλοντας νὰ κηρύξει τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, φανέρωσε σ’ ἕνα συγγενῆ της τὸ θαῦμα, δὲν βρέθηκε πλέον τὸ ἀγγεῖο γεμάτο ὅπως πρίν, ἀλλὰ φαινόταν ἄδειο καὶ ἐλλιπές‧ τοῦτο, λύπησε τὴν μακαρία κατάκαρδα. Κ’ ἔτσι, παίρνοντας ἀπὸ τοῦτο ἀφορμή, καὶ στοχαζόμενη ὅτι γιὰ τὴν ἀναξιότητά της ἀκολούθησε ἡ στέρηση τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ, περισσότερο αὔξησε τὴν ἄσκηση, τόσο ὥστε ξηράθηκε τὸ σῶμα της σὲ ἀκραῖο βαθμὸ καὶ οὔτε ν’ ἀναπνεύσει δὲν μποροῦσε.

   Μὲ τέτοιο λοιπὸν τρόπο, καλῶς ἀγωνισαμένη ἡ ἀοίδιμος, χωρὶς νὰ ἐμποδισθεῖ στὴν ἀρετὴ ἀπὸ τὶς φροντίδες καὶ δυσκολίες τοῦ βίου, ἔζησε τριαντατέσσερα χρόνια‧ ὅλα δὲ τὰ χρόνια τῆς ζωῆς της ἦταν περισσότερα ἀπὸ πενηντατρία. Καὶ στὸ τέλος, ἀφοῦ ἐκάρη μοναχὴ ἐξεδήμησε πρὸς Κύριον.      


Ταῖς Αὐτῆς ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.


* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 5ος, σελ. 177, 178. (Μικρὴ φραστικὴ διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).