Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Δωρόθεος ἐπίσκοπος
Τύρου
Ἑορτάζει τὴν ε΄
(5η) Ἰουνίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ὁ Δωρόθεος, κἂν φραγελλῶμαι,
λέγει,
Λείπουσι πολλὰ πρὸς τὰ
Χριστοῦ μου πάθη.
Πέμπτῃ Δωροθέοιο δέμας πληγῇσι
δαμάσθη.
Τοῦτος ὁ ἀοίδιμος Δωρόθεος ἔγινε Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Τύρου, στὰ χρόνια τοῦ Μαξιμιανοῦ, ἐν ἔτει τγ΄ (303), ἦταν πολυμαθὴς καὶ γνώριζε κάθε ἱστορία τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Γραφῆς. Γιὰ ὅσο χρόνο ζοῦσε ὁ Διοκλητιανὸς καὶ ὁ Λικίνιος, ἀφοῦ – λόγῳ τοῦ διωγμοῦ – ἔφυγε ἀπὸ τὴν Τύρο, βρισκόταν στὴν Δυσσόπολη στὰ μέρη τῆς Θράκης. Ὅταν ὅμως πέθαναν ἐκεῖνοι οἱ βασιλεῖς, ἐπανῆλθε πάλι στὴν Τύρο καὶ ποίμαινε τὴν ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία μέχρι τὰ χρόνια Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτη, ἐν ἔτει τξα΄ (361).
Κι ἐπειδὴ
ὁ δυσσεβὴς Ἰουλιανός, στὴν πρώτη βασιλεία του, δὲν φόνευε φανερὰ τοὺς Χριστιανοὺς
ἀλλὰ κρυφά, ἀκούγοντας ὁ θεῖος Δωρόθεος τὴν κακομηχανία του, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Τύρο
καὶ πῆγε πάλι στὴν Δυσσόπολη, πλὴν ὅμως, οὔτε ἐκεῖ μπόρεσε νὰ λυτρωθεῖ ἀπ’ τοὺς
εἰδωλολάτρες. Διότι, ἀφοῦ πιάστηκε ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τοῦ Ἰουλιανοῦ, ἔλαβε ὁ
ἀοίδιμος στὸ γεροντικό του σῶμα πολλὲς τιμωρίες, ὄντας τότε ἑκατὸν ἑπτὰ ἐτῶν.
Ἔτσι λοιπόν, κατὰ τὴν διάρκεια τῶν βασανιστηρίων παρέδωκε τὴν μακαρία ψυχή του στὰ
χέρια τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ εἶχε πρότερον συνθέσει πολλὰ καὶ ψυχωφελῆ Συγγράμματα,
Ἑλληνικὰ καὶ Λατινικὰ (ἤξερε καὶ τὶς δύο αὐτὲς γλῶσσες), μὲ σπουδὴ φιλόπονη καὶ
μὲ ἐπιτηδειότητα τῆς φύσεως, καὶ τὰ ὁποῖα ἄφησε ὡς πατρικὴ κληρονομιὰ στὴν Ἐκκλησία
τοῦ Χριστοῦ.
Ταῖς
Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου
Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 5ος, σελ. 179-181. (Μικρὴ
φραστικὴ διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).
1. Βλέπε καὶ
κατὰ τὴν δεκάτη τετάρτη (14η) τοῦ Ἀπριλίου, ὅπου γράφεται ὅτι ὁ ἅγιος τοῦτος
ἀφοῦ ἦλθε στὴν Ρώμη ἔμαθε περὶ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων Ἀριστάρχου, Πούδη καὶ Τροφίμου,
καὶ μὲ Ρωμαϊκή, δηλαδὴ Λατινική, γλῶσσα τὰ ἔγραψε καὶ τ’ ἄφησε σὲ ὑπομνήματα.
Κι ὄχι μόνον ἔγραψε γιὰ τοὺς Ἀποστόλους τούτους, ἀλλὰ καὶ γιὰ πολλοὺς ἁγίους, κ’
ἐπιπλέον (ἐξ)ἱστόρησε καὶ γιὰ τοὺς ἱεροὺς προφῆτες. Ἔγινε δὲ ὁ ἅγιος –λόγῳ τῆς
εὐφυΐας καὶ ἀγχίνοιάς του– φιλομαθὴς καὶ πολυΐστωρ, ὅσο κανεὶς ἄλλος. Περὶ τοῦ
Δωροθέου τούτου γράφει καὶ ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας στὸ μαρτύριο, τὸ ὁποῖο
διηγεῖται, τῶν δεκαπέντε μαρτύρων στὴν Τιβεριούπολη (δηλ. στὴν Στρώμνιτσα)
μαρτυρησάντων, ὅτι αὐτὸς ἔγινε πολὺς ἐν λόγοις καὶ συγγραφεὺς ἱστορικώτατος, καὶ
ὅτι στὴν πόλη Ἔδεσσα οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως τὸν παρέδωκαν στὸν θάνατο. Δὲν
γνωρίζω δέ, ποιὸ εἶναι ἀληθέστερο, τὸ ὅτι πέθανε στὴν Ἔδεσσα ἢ στὴν Δυσσόπολη,
νομίζω ὅμως ὅτι στὴν Δυσσόπολη.