Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Ὁ ὅσιος Πίωρ

 


Ὁ ὅσιος Πίωρ

Ἑορτάζει τὴν ιζ΄ (17η) Ἰουνίου.


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*


Ψυχὴν Πίωρ πίειραν ἀρεταῖς ἔχων,

Πίων ἀπῆλθε, ψυχικοῦ λίπους γέμων.


   Τὸν βίο τούτου τοῦ ὁσίου Πίωρ βλέπε στὸ Λαυσαϊκό, ὅπου θὰ βρεῖς ὅτι τοῦτος εἶχε ἀδελφὴ κατὰ σάρκα, ἡ ὁποία θέλησε ἐπιμόνως νὰ τὸν δεῖ. Κ’ ἔτσι, διὰ μεσιτείας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ τῶν πατέρων τῆς Σκήτεως παρακινήθηκε ὁ Ὅσιος καὶ πῆγε στὴν ἀδελφή του. Κι ἀφοῦ στάθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν οἰκία της ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμούς του καὶ τῆς λέει:

   – Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἀδελφός σου, ὁ Πίωρ, λοιπὸν δές με ὅσο θέλεις.

   Κι ἀφοῦ τὸν παρεκάλεσε ἡ ἀδελφή του νὰ μπεῖ στὴν οἰκία του δὲν θέλησε, ἀλλ’ εὐχήθηκε σ’ αὐτὴν ἀπό ’κεῖ ποὺ στεκόταν κι ἀνεχώρησε.

   Ἦταν δὲ ὁ Πίωρ τοῦτος Αἰγύπτιος κι ὅταν ἦταν νέος στὴν ἡλικία ἀπαρνήθηκε τὸν κόσμο καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸν οἶκο τοῦ πατέρα του, δίνοντας λόγο καὶ ὑπόσχεση στὸν Θεὸ νὰ μὴ δεῖ πλέον κανένα συγγενῆ του.

   Περὶ τοῦ Πίωρ τούτου γράφεται στὸν «Παράδεισον» τῶν πατέρων ὅτι ἔγινε μιὰ φορὰ σύναξη στὴν σκήτη, γιὰ νὰ κρίνουν οἱ πατέρες ἕναν ἀδελφό, ὁ ὁποῖος ἔσφαλε. Τὴν ὥρα ποὺ μιλοῦσαν οἱ ἄλλοι πατέρες περὶ τοῦ σφαλέντος ἀδελφοῦ, τοῦτος ὁ Πίωρ βγῆκε ἔξω κι ἀφοῦ ἔλαβε ἕνα σακὶ γεμάτο ἄμμο ἔβαλε σὲ μία σπυρίδα (καλάθι) λίγη ἄμμο ἀπὸ ἐκείνη καὶ τὴν κρέμασε μπροστά του. Ὅταν ρωτήθηκε ἀπὸ τοὺς πατέρες τί σημαίνει τοῦτο, ἀποκρίθηκε:

   – Τὸ σακὶ ποὺ ἔχει τὴν πολλὴ ἄμμο εἶναι οἱ δικές μου ἁμαρτίες, τὶς ὁποῖες ἔχω πίσω μου καὶ δὲν τὶς βλέπω γιὰ νὰ κλαίω γι’ αὐτές· ἡ λίγη ὅμως ἄμμος, ποὺ κρέμεται μπροστά μου μὲ τὴν σπυρίδα, εἶναι οἱ λίγες ἁμαρτίες τοῦ ἀδελφοῦ, τὶς ὁποῖες ἔχοντας μπροστά μου τὸν κατακρίνω. Πλὴν ὅμως, δὲν ἔπρεπε νὰ κάνω ἔτσι, ἀλλὰ ἔπρεπε, ἀντιθέτως, τὰ δικά μου σφάλματα νὰ ἔχω μπροστά μου καὶ νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ μοῦ τὰ συγχωρήσει.

   Τοῦτα τὰ λόγια ἀκούγοντας οἱ πατέρες σηκώθηκαν καὶ ἀνεχώρησαν λέγοντας τὸν λόγο τοῦτο:

   – Ὄντως αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς σωτηρίας.


Ταῖς Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.


* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 5ος, σελ. 243, 244. (Μικρὴ φραστικὴ διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).