ΑΓΙΟΥ
ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ
ΠΡΟΣ
ΘΑΛΑΣΣΙΟΝ,
ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ
ΕΡΩΤΗΣΗ Α΄
Περὶ λύπης καὶ ἡδονῆς καὶ ἐπιθυμίας τε καὶ φόβου
Εἶναι τὰ
πάθη κακὰ ἀπὸ τὴ φύση τους ἢ γίνονται κακὰ ἐξαιτίας τῆς χρήσης τους; Ἐννοῶ
δηλαδὴ τὴν ἡδονὴ καὶ τὴ λύπη, τὴν ἐπιθυμία καὶ τὸν φόβο, καθὼς καὶ ὅλα ὅσα ἀκολουθοῦν
αὐτά.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ:
Αὐτὰ τὰ πάθη, ὅπως καὶ τὰ ὑπόλοιπα, δὲν δημιουργήθηκαν ἐξαρχῆς μαζὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση· γιατί, ἂν εἶχαν δημιουργηθεῖ μαζί της, θὰ ἀποτελοῦσαν στοιχεῖο τοῦ ἴδιου τοῦ ὁρισμοῦ τῆς φύσεως.
Λέω, λοιπόν, ἔχοντας
διδαχθεῖ αὐτὸ ἀπὸ τὸν μέγα Γρηγόριο Νύσσης, ὅτι τὰ πάθη εἰσήχθησαν ἐξαιτίας τῆς πτώσεως ἀπὸ τὴν τελειότητα [Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ παρθενίας, κεφ. 12, 2: «Ὁ ἄνθρωπος,
οὐ κατὰ φύσιν οὐδὲ συνουσιωμένον ἔσχεν ἐν ἑαυτῷ παρὰ τὴν πρώτην γένεσιν τὸ
παθητικόν τε καὶ ἐπίκηρον [...] ἀλλ’ ὕστερον ἐπεισήχθη τὸ πάθος αὐτῷ μετὰ τὴν
πρώτην κατασκευήν (:Ὁ ἄνθρωπος
κατὰ τὴν ἀρχικὴ δημιουργία του δὲν ἦταν ἀπὸ τὴ φύση του ὑποκείμενος στὰ πάθη καὶ
στὴ φθορά, οὔτε τὰ εἶχε ὡς ἀναπόσπαστο
στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεώς του· αὐτὴ ἡ κατάσταση εἰσῆλθε σ’ αὐτὸν ἀργότερα,
μετὰ τὴν ἀρχική του δημιουργία)»],
προσκολλήθηκαν δηλαδὴ στὸ πιὸ ἄλογο μέρος τῆς ἀνθρώπινης φύσεως· μέσῳ αὐτῶν, ἀντὶ τῆς θείας καὶ μακαρίας εἰκόνας, ἀμέσως μετὰ τὴν
παράβαση ἔγινε φανερὴ καὶ ὁλοκάθαρη στὸν ἄνθρωπο ἡ ὁμοίωσή του μὲ τὰ ἄλογα ζῶα. Ἦταν πράγματι δίκαιο, ἀφοῦ ἐπισκιάστηκε ἡ ἀξία ποὺ προσδίδει στὸν ἄνθρωπο τὸ λογικὸ
στοιχεῖο, ἡ ἀνθρώπινη φύση νὰ ὑποστεῖ
τὶς συνέπειες ἐκείνων τῶν γνωρισμάτων τῆς ἀλογίας, τὰ ὁποῖα ἡ ἴδια ἐπέλεξε μὲ τὴ
θέλησή της· ἔτσι ὁ Θεός, μὲ σοφία, οἰκονόμησε
ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἐπίγνωση τῆς μεγάλης ἀξίας τοῦ λογικοῦ του.
Ὡστόσο, ἀκόμη καὶ τὰ
πάθη γίνονται καλὰ στοὺς ἐνάρετους ἀνθρώπους1,
ὅταν ἐκεῖνοι, μὲ σοφία, θὰ τὰ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὰ γήϊνα καὶ σαρκικὰ καὶ θὰ τὰ
χρησιμοποιοῦν γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν. Γιὰ παράδειγμα, θὰ
καθιστοῦν τὴν ἐπιθυμία κινητήρια δύναμη τῆς νοερῆς ἐπιδίωξης τῆς θεωρίας τῶν
θείων. Τὴν ἡδονὴ θὰ τὴν μεταβάλλουν σὲ καθαρὴ εὐφροσύνη, ἡ ὁποία πηγάζει
ἀπὸ τὴν ἕλξη τοῦ νοῦ πρὸς ὅσα χαρίζει ὁ Θεός. Τὸν φόβο θὰ τὸν μετατρέπουν σὲ
προνοητικὴ μέριμνα, ὥστε νὰ ἀποφύγουν τὴ μέλλουσα τιμωρία γιὰ τὰ ἁμαρτήματα.
Καὶ τὴν λύπη θὰ τὴν μεταβάλλουν σὲ μετάνοια ποὺ ἀποβλέπει στὴ διόρθωση
τοῦ κακοῦ ποὺ ἔχει ἤδη γίνει. Καί, γιὰ νὰ τὸ πῶ συνοπτικά, ὅπως οἱ ἔμπειροι
γιατροὶ χρησιμοποιοῦν ἀκόμη καὶ τὸ δηλητήριο τῆς ὀχιᾶς, ἀφοῦ ἀφαιρέσουν τὴν
βλαβερή του ἰδιότητα, γιὰ θεραπευτικοὺς σκοπούς, ἔτσι καὶ οἱ ἐνάρετοι
χρησιμοποιοῦν αὐτὰ τὰ πάθη γιὰ τὴν ἐξάλειψη μιᾶς κακίας ποὺ εἴτε εἶναι ἤδη παροῦσα
εἴτε ἀναμένεται, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἀπόκτηση καὶ διαφύλαξη τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς
γνώσης.
Ἑπομένως, ὅπως εἶπα, αὐτὰ
τὰ πάθη γίνονται καλὰ ἐξ αἰτίας τῆς ὀρθῆς χρήσης τους ἀπὸ ἐκείνους ποὺ αἰχμαλωτίζουν
κάθε λογισμό, ὑποτάσσοντάς τον στὴν ὑπακοὴ τοῦ Χριστοῦ [Β΄ Κορ. 10, 4-5: «Τὰ γὰρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά,
ἀλλὰ δυνατὰ τῷ Θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων· λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα
ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν
τοῦ Χριστοῦ (:Διότι τὰ ὅπλα τῆς ἐκστρατείας μας δὲν εἶναι ἀδύναμα ἀνθρώπινα
ὅπλα, ἀλλὰ εἶναι δυνατὰ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ γκρεμίζουν ὀχυρώματα. Κι ὅταν
λέω ὀχυρώματα, δὲν ἐννοῶ πύργους ἢ φρούρια ὑλικά, ἀλλὰ πνευματικά. Δηλαδὴ ἀνατρέπουμε
συλλογισμοὺς πονηροὺς καὶ κάθε ὑψηλοφροσύνη ποὺ ὑψώνεται σὰν πύργος καὶ ἐμποδίζει
τοὺς ἀνθρώπους νὰ γνωρίσουν τὸν ἀληθινὸ Θεό. Ἀκόμη, μὲ τὰ ὅπλα μας κατανικοῦμε
σὰν ἄοπλο καὶ παραδομένο αἰχμάλωτο κάθε ἀνθρώπινη ἐπινόηση καὶ σοφιστεία, καὶ ὁδηγοῦμε
ὅσους παραπλανιοῦνται ἀπ’ αὐτὲς στὸ νὰ ὑπακούσουν στὸν Χριστό)»]. Καὶ ἂν ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀποδίδει κάποια ἀπὸ αὐτὰ τὰ πάθη εἴτε στὸν Θεὸ
εἴτε στοὺς ἁγίους· γιὰ τὸν μὲν Θεὸ τὸ κάνει γιὰ χάρη μας, ὥστε, χρησιμοποιῶντας
ὅρους οἰκείους στὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία, νὰ μᾶς φανερώσει τὶς σωτήριες καὶ ἀγαθοποιὲς
ἐνέργειες τῆς θείας πρόνοιάς Του2· γιὰ τοὺς δὲ ἁγίους, ἐπειδὴ δὲν ἦταν
δυνατὸν νὰ ἐκφράσουν διαφορετικά, μὲ τὴν ἀνθρώπινη γλῶσσα, τὶς νοερές τους
σχέσεις καὶ ἐσωτερικὲς διαθέσεις τους πρὸς τὸν Θεό, παρὰ μόνο μέσῳ τῶν παθῶν ποὺ
εἶναι γνωστὰ στὴν ἀνθρώπινη φύση3.
ΙΔΙΟΓΡΑΦΑ ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ
1. Μὲ ποιόν τρόπο καὶ ὑπὸ ποιές προϋποθέσεις τὰ πάθη αὐτὰ ἀποκτοῦν ἀγαθὴ
λειτουργία [:Τὸ σχόλιο «πῶς καὶ πότε» τοῦ ἁγίου Μαξίμου συνοψίζει
ἀκριβῶς ὅσα ἀναπτύσσονται στὴν παράγραφο αὐτή, ὅτι δηλαδὴ τὰ πάθη γίνονται καλὰ
ὡς πρὸς τὴ χρήση τους ὅταν ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος τὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὰ
σωματικὰ καὶ τὰ στρέφει πρὸς τὰ θεῖα, χρησιμοποιῶντας τα γιὰ τὴν ἀπόκτηση καὶ
διαφύλαξη τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς γνώσεως. Στὴ συνέχεια ἀκολουθοῦν τὰ συγκεκριμένα
παραδείγματα μεταστροφῆς τῶν παθῶν: ἡ ἐπιθυμία στρέφεται στὰ θεῖα, ἡ ἡδονὴ
στὰ θεῖα χαρίσματα, ὁ φόβος γίνεται προφύλαξη ἀπὸ τὴ μέλλουσα τιμωρία καὶ
ἡ λύπη μετάνοια γιὰ τὸ ὑπάρχον κακό].
2. Ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ παρουσιάζει τοὺς διάφορους τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους
ἐκδηλώνεται ἀπέναντί μας ἡ θεία Πρόνοια, χρησιμοποιῶντας τὰ πάθη ποὺ μᾶς εἶναι
γνωστά.
3. Ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή, χρησιμοποιῶντας αὐτὲς τὶς ὀνομασίες τῶν παθῶν,
φανερώνει τὴν ἰδιαίτερη σχέση καὶ διάθεση τῶν ἁγίων πρὸς τὸν Θεό.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
μετάφραση καὶ ἐπιμέλεια κειμένου: Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἅπαντα τὰ ἔργα, Πρὸς
Θαλάσσιον, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Ἐρωτήσεις Α΄ ἕως ΝΓ΄, πατερικὲς ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς»
(ΕΠΕ), ἐκδ. οἶκος «Τὸ Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1992, τόμος 14Β, σελίδες 56-59.