Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Οἱ ἅγιοι μάρτυρες Φώτιος καὶ Ἀνίκητος

 


Οἱ ἅγιοι μάρτυρες Φώτιος καὶ Ἀνίκητος

Ἑορτάζουν τὴν ιβ΄ (12η) Αὐγούστου.


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*


Πῦρ Ἀνίκητον συμφλέγει τῷ Φωτίῳ,

Οὓς Φωτὸς οἶκος ὡς ἀνικήτους φέρει.

Πῦρ κατὰ δωδεκάτην κτάνε Φώτιον ἠδ’ Ἀνίκητον.


   Τούτοι οἱ ἅγιοι ἦσαν στοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Διοκλητιανοῦ, ἐν ἔτει σπη΄ (288)‧ ὁ Φώτιος ἦταν ἀνηψιὸς τοῦ ἁγίου Ἀνικήτου. Ὅταν λοιπὸν ὁ Διοκλητιανὸς δημηγόρησε στὴν Νικομήδεια κατὰ τῶν Χριστιανῶν, παρούσης καὶ τῆς Συγκλήτου βουλῆς, κι ὅταν ἔβαλε στὸ μέσον πολλὰ εἴδη βασανιστηρίων ὀργάνων ἀπειλῶντας ὁ ἀσεβέστατος ὅτι παντοιοτρόπως θ’ ἀφανίσει ἐκείνους ποὺ ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ τοὺς ἐξορίσει ἀπ’ ὅλα τὰ ἄκρα τῆς οἰκουμένης‧ ὅταν, λοιπόν, αὐτὸς ὁ ἀλιτήριος τύραννος βλασφήμησε κατὰ τῆς θεότητος καὶ δόξης τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τότε ἦταν παρὼν κι ὁ μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἀνίκητος καὶ δὲν φοβήθηκε τὶς ἀπειλὲς τοῦ τυράννου, ἀλλὰ παρρησίᾳ ὁμολόγησε τὸν ἑαυτό του Χριστιανὸ καὶ ἤλεγξε καὶ στηλίτευσε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων, προσθέτοντας καὶ τοῦτο: ὅτι ὅσοι σέβονται τὰ εἴδωλα εἶναι κωφοὶ καὶ ἀναίσθητοι.

   Γιὰ τοῦτα λοιπὸν τὰ λόγια οἱ λατρευτὲς τῶν εἰδώλων τόσο πολὺ ἔδειραν τὸν ἅγιο, ὥστε ἀπὸ τοὺς ραβδισμοὺς ἔγιναν πληγὲς καὶ σχισίματα στὸ σῶμα του, μέσα ἀπ’τὰ ὁποῖα φαίνονταν τὰ κόκκαλά του. Ἔπειτα ἀπέλυσε κατ’ αὐτοῦ ἕνα λιοντάρι τὸ ὁποῖο βλέποντάς το ὁ ἅγιος φοβήθηκε, διότι ὄχι μόνο ἦταν μεγάλο στὸ σῶμα, ὄχι μόνο ὅρμησε μὲ θυμὸ καὶ μανία, ἀλλὰ καὶ βρυχήθηκε μὲ φοβερὸ καὶ καταπληκτικὸ βρύχημα. Ὅταν ὅμως πλησίασε στὸν ἅγιο, ἔγινε ἡμερώτερο ἀπὸ πρόβατο καὶ συμπονῶντας τὸν μάρτυρα σπόγγιζε μὲ τὸ δεξί του πόδι τὸν ἱδρῶτα ποὺ χυνόταν στὸ πρόσωπό του ἀπ’τὸν φόβο. Ἀφοῦ λοιπὸν εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ ὁ ἅγιος, στὸ τέλος τῆς εὐχαριστίας ἔγινε σεισμός, κι ἀπ’τὸν σεισμὸ ἔπεσε κάτω τὸ εἴδωλο τοῦ Ἡρακλῆ κ’ ἔγινε σκόνη· ἀλλὰ κι ἕνα μέρος τῆς πόλεως Νικομηδείας γκρεμίστηκε καὶ καταπλάκωσε πολλοὺς εἰδωλολάτρες.

   Τότε πρόσταξε ὁ βασιλεὺς ν’ ἀποκεφαλίσουν τὸν μάρτυρα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ στρατιώτης, ποὺ ἔμελλε ν’ ἀποκεφαλίσει τὸν ἅγιο, ἔμεινε ἀνενέργητος, διότι πιάστηκε τὸ χέρι του καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κατεβάσει τὸ σπαθί, μετέβαλε ὁ βασιλεὺς τὴν ἀπόφαση κι ἀφοῦ ἔδεσε τὸν ἅγιο σ’ ἕνα τροχὸ ἔστρωσε φωτιὰ ἀπὸ κάτω του. Ἐκεῖ δέ, ἐνῶ τὰ μέλη του κόβονταν ἀπ’τὸν τροχὸ καὶ καίγονταν ἀπ’τὴν φωτιά, προσευχήθηκε στὸν Θεό. Καὶ προσευχηθέντος, ὦ τοῦ θαύματος! λύθηκαν τὰ δεσμὰ κι ὁ τροχὸς στάθηκε καὶ ἡ φωτιὰ ἔσβησε. Τότε καὶ ὁ ἀνεψιός του Φώτιος ἔτρεξε πλησίον τοῦ ἁγίου τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν ὀνόμαζε πατέρα καὶ μητέρα καὶ θεῖο του. Δέθηκε λοιπὸν κι αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν θεῖο του μὲ ἁλυσίδες σιδηρὲς καὶ ρίχτηκαν καὶ οἱ δύο στὴν φυλακή. Ἔπειτα ξεσχίστηκαν καὶ κάηκαν μὲ φωτιὰ καὶ λιθοβολήθηκαν ἀπὸ τὸν δῆμο στὸ θέατρο. Κι ἀφοῦ διαφυλάχτηκαν ἀβλαβεῖς ἀπ’ ὅλα τὰ βασανιστήρια τοῦτα οἱ ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ, δέθηκαν σὲ ξύλα ἀπὸ τὰ πόδια καὶ σύρθηκαν ἀπὸ ἄγριους ἵππους· μετὰ ταῦτα πάλι τοὺς ἔδειραν δυνατὰ καὶ μὲ ἁλάτι καὶ ξίδι ἔτριψαν τὰ πληγωμένα μέλη τους καὶ σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση τοὺς ἔριξαν στὴν φυλακὴ ὅπου ἔμειναν ἐκεῖ ἀνεπιμέλητοι τρία ὁλόκληρα χρόνια.

   Ἀφοῦ δὲ καταξηράθηκαν ἀπ’τὴν πολυχρόνια κακοπάθεια τῆς φυλακῆς, ἄναψε ὁ τύραννος τρεῖς ἡμέρες τὸ λεγόμενο λουτρὸ τοῦ Ἀντωνίνου κ’ ἐκεῖ μέσα ἔκλεισε τοὺς ἁγίους· προσευχηθέντων δὲ ἐκείνων σχίστηκε ὁ πάτος τοῦ λουτροῦ καὶ βγῆκε ἀπὸ κάτω πλῆθος νεροῦ, ὥστε φαίνονταν οἱ ἅγιοι ὅτι βρίσκονται ὄχι σὲ πυρωμένο λουτρὸ ἀλλὰ σὲ δροσερὸ περιβόλι. Ὕστερα σκέφτηκε ὁ ἀσεβὴς Διοκλητιανὸς καὶ κατασκεύασε καμίνι ἐν εἴδει χωνιοῦ, στερεωμένο ἐπάνω σὲ σιδηρὲς κολόνες. Σὲ τοῦτο λοιπὸν ἔβαλαν τοὺς ἁγίους κι ἀφοῦ προσευχήθηκαν παρέδωκαν τὶς ψυχές τους εἰς χεῖρας Θεοῦ, κ’ ἔτσι ἔλαβαν τὰ στεφάνια τῆς ἀθλήσεως.

  Λέγουν δὲ ὅτι, ὅταν βάλθηκαν οἱ ἅγιοι στὸ καμίνι, ἔμειναν ζωντανοὶ τρεῖς ἡμέρες· τὰ δὲ σώματά τους ὅταν τραβήχτηκαν μὲ σιδερένια ὄργανα ἔξω ἀπ’τὸ καμίνι, ἦσαν σῶα καὶ ὁλόκληρα, χωρὶς νὰ βλάψει ἡ φωτιὰ οὔτε μία τρίχα τῆς κεφαλῆς τους.

 

Ταῖς Αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

 

* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 6ος, σελ. 199-201. (Μικρὴ φραστικὴ διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).