Οἱ ἅγιοι μάρτυρες
Σεβῆρος καὶ Μέμνων ὁ Κεντυρίων
Ἑορτάζουν τὴν κ΄
(20η) Αὐγούστου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Εἰς τὸν Σεβῆρον.
Ξίφει παθὼν
Σεβῆρος, εὗρεν ἀξίως
Ἔπαθλα λαμπρὰ
τοῦ διὰ ξίφους πάθους.
Εἰς τὸν Μέμνωνα.
Ἔχει τὸ πῦρ σε
πρὸς βραχύν, Μέμνον, χρόνον,
Μένει δέ σε
στέφανος εἰσαεὶ μένων.
Σεβῆρος ὁ ἀήττητος τοῦ Χριστοῦ ἀθλητὴς
ἦταν ἀπὸ τὴν Σίδη τῆς Παμφυλίας, γονεῖς του ἦσαν ὁ Πετρώνιος ἀπ’τὴν Θράκη καὶ ἡ Μυγδονία. Τοῦτος
λοιπόν, ὅταν ἦλθε στὴν Φιλιππούπολη καὶ εἶδε τοὺς τριανταεπτὰ ἁγίους μάρτυρες ἀγωνιζόμενους
γιὰ τὸν Χριστό, μὲ παρρησία ὁμολόγησε κι αὐτὸς τὸν Χριστό. Διὰ τοῦτο ξεσχίστηκε
δυνατὰ κι ἔβαλαν στὰ δάκτυλα τῶν χεριῶν του πυρωμένα σιδηρᾶ δακτυλίδια· ἔπειτα
τανυσμένος πάνω σὲ τέσσερα ξύλα πριονίστηκε κ’ ὕστερα ζώστηκε μὲ μιὰ σιδερένια πυρωμένη
ζώνη, κι ἔτσι ἀποκεφαλίσθηκε ὁ ἀοίδιμος κ’ ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τὸ στεφάνι.
Ὁ δὲ ἅγιος Μέμνων, ὁ
ἐπονομαζόμενος Κεντυρίων, τεντώθηκε πρῶτα πάνω σὲ δύο κολόνες καὶ ἔτσι τοῦ ἔβγαλαν
τρεῖς λωρίδες ἀπὸ τὴν κεφαλὴ ἕως στὰ πόδια. Ἔπειτα ἔκοψαν τὰ πόδια του καὶ ἔτσι
τὸν ἔριξαν σὲ κάμινο‧ ἐκεῖ παρέδωκε τὴν ἁγία του ψυχὴ εἰς χεῖρας Θεοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο
ἔλαβε ὁ ἀοίδιμος τὸ ἀμαράντινο στεφάνι τῆς ἀθλήσεως.
Ταῖς
Αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν»
τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 6ος, σελ. 250, 251. (Μικρὴ φραστικὴ
διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).