Ὁ ἅγιος μάρτυς Διομήδης
Ἑορτάζει τὴν ις΄
(16η) Αὐγούστου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ἤθλησε καὶ ζῶν
καὶ θανὼν Διομήδης,
Προαιρέσει ζῶν
καὶ νεκρὸς τομῇ κάρας.
Ἕκτῃ καὶ δεκάτῃ νέκυς ἐτμήθη Διομήδους.
Τοῦτος ὁ ἅγιος ἦταν ἀπὸ τὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας, ἀπὸ γένος ἀγαθὸ καὶ λαμπρό, καὶ μὲ τὴν προαίρεσή του ἔγινε ἀγαθώτερος κ’ ἐναρετώτερος. Χρησιμοποιοῦσε τὴν ἰατρικὴ τέχνη καὶ μ’ αὐτὴ γιάτρευε τὰ σώματα ὅλων ὅσων προσέτρεχαν σ’ αὐτόν, ἐνῶ τὶς ψυχές τους τὶς γιάτρευε μὲ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν θεογνωσία.
Στοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως
Διοκλητιανοῦ, ἐν ἔτει σπη΄ (288), ἄφησε τὴν πατρίδα του Ταρσὸ καὶ πῆγε στὴ
Νίκαια τῆς Βιθυνίας‧ ἐκεῖ, ὅσους προσέρχονταν κοντά του, τοὺς εὐεργετοῦσε μὲ
κάθε τρόπο, μὲ τὴν ἰατρικὴ τέχνη καὶ μὲ τὴν διδασκαλία της πίστεως‧ ἀλλ’ ὅμως διεβλήθη
στὸν βασιλέα κι ἔτσι στάλθηκαν ἄνθρωποι γιὰ νὰ τὸν φέρουν ἐνώπιόν του. Ἐπειδὴ ὅμως,
ὁ ἅγιος ἀπῆλθε πρὸς Κύριον, οἱ ἀπεσταλμένοι βρίσκοντάς τον νεκρὸ ἔκοψαν τὴν ἁγία
του κεφαλὴ καὶ τὴν ἔφεραν στὸν βασιλέα‧ γιὰ τὴν ἀσπλαχνία τους αὐτὴ ἀμέσως
τυφλώθηκαν. Βλέποντας τὴν κεφαλὴ τοῦ ἁγίου ὁ βασιλεὺς πρόσταξε νὰ τὴν πᾶνε πίσω
καὶ νὰ τὴν βάλουν στὸν φυσικό της τόπο, συναρμόζοντάς την μὲ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα.
Καὶ μόλις συνένωσαν τὴν κεφαλὴ τοῦ μάρτυρος μὲ τὸ σῶμα του, εὐθὺς ἔλαβαν καὶ τὸ
φῶς τῶν ματιῶν τους.
Ταῖς
Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν»
τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 6ος, σελ. 225, 226. (Μικρὴ φραστικὴ
διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).