Ὁ ἅγιος μάρτυς Οὐρσίκιος
Ἑορτάζει τὴν ιδ΄
(14η) Αὐγούστου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Οὐρσικίου
τμηθεῖσαν, ὦ Θεοῦ Λόγε,
Πῶς τὴν κεφαλὴν
ἀστεφάνωτον λίπῃς;
Τοῦτος ὁ ἅγιος ἦταν στοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ, ἐν ἔτει τ΄ (300), καταγόμενος ἀπὸ τὴν πόλη Σιβεντοῦ, ποὺ βρίσκεται στὴν ἄνω Ἰλλυρία (δηλαδὴ Σλαβονία), καὶ ἦταν στρατιώτης. Τοῦτος λοιπόν, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανὸς διεβλήθη στὸν βασιλέα Μαξιμιανό, ὁ ὁποῖος τὸν παρέδωσε στὸν ἔπαρχο Ἀριστείδη γιὰ νὰ τὸν κρίνει ἐκεῖνος. Ἔτσι τὸν ἔδειραν στὴν ράχη μὲ βούνευρα καὶ τοῦ πλήγωσαν δυνατὰ τὰ πλευρά· ἔπειτα τύλιξαν τὰ χέρια του μὲ λινάρια βρεγμένα μὲ λάδι κ’ ἐπάνω τους ἄλειψαν θειάφι καὶ ρητίνη, καὶ μετὰ ἔβαλαν φωτιά.
Πάσχοντας τὶς τιμωρίες αὐτὲς
ὁ ἅγιος ἔλεγε ὅτι δικαίως πάσχουν τὰ χέρια του, διότι λύτρωσαν τὸν τύραννο ποὺ ἔμελλε κακῶς ν’ ἀπολεσθεῖ.
Τότε ὁ τύραννος Μαξιμιανός, ἐπειδὴ κατηγορήθηκε ἀπὸ κάποιον Τερτυλλιανὸ ποὺ παρευρίσκετο
ἐκεῖ ὅτι ἀφοῦ σώθηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο φάνηκε ἀχάριστος στὸν εὐεργέτη του, χάριν τούτου
ντράπηκε καὶ πρόσταξε νὰ χύσουν νερὸ πάνω στὰ χέρια τοῦ μάρτυρος καὶ νὰ σβήσουν
τὴν φωτιά. Βλέποντας ὅμως τοῦτο κάποιος εἰδωλολάτρης, ὀνομαζόμενος Ὀλβιανός, ταράχθηκε
ἀπ’τὸν θυμό του καὶ βγῆκε ἔξω ἀπ’τὸ Πραιτώριο· καὶ ἀπερχόμενος στὸν οἶκο του δαγκάστηκε
ἀπὸ ἕνα σκορπιὸ καὶ μὲ πόνους μεγάλους κακῶς ὁ κακὸς τὴν ψυχή του ἀπέρριψε. Ὁ δὲ
ἅγιος Οὐρσίκιος δεχόμενος τὴν τελευταία ἀπόφαση ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ κάποιον Οὐάλεντα, ὁ
ὁποῖος εἶχε διαβάλει πρωτύτερα τὸν ἅγιο. Τρεῖς φορὲς χτύπησε ὁ ἀπάνθρωπος στὸν
λαιμὸ τοῦ ἁγίου μὲ τὸ σπαθί του κι ἔτσι ἔλαβε ὁ μακάριος τὸ στεφάνι τοῦ
μαρτυρίου.
Ταῖς
Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν»
τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 6ος, σελ. 213, 214. (Μικρὴ φραστικὴ
διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).