Οἱ ἅγιοι μάρτυρες
Σαδὼθ Ἐπίσκοπος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἑκατὸν εἴκοσι
Ἑορτάζει τὴν ιθ΄
(19η) Ὀκτωβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Εἰς τὸν Σαδώθ.
Σαδὼθ ὁ θεῖος
τὴν κάραν τμηθεὶς ξίφει,
Θεοῦ Σαββαὼθ νῦν
παρίσταται θρόνῳ.
Εἰς τοὺς ἑκατὸν εἴκοσι μάρτυρας.
Δεκὰς δεκαπλῆ
μαρτύρων συμμαρτύρων,
Καὶ δὶς δέκα
θνήσουσι πληγέντες ξίφει.
Στὰ χρόνια ποὺ βασίλευε στὴν Περσία ὁ Σαβώριος ἐν ἔτει τλ΄ (330), ὁ ἅγιος τοῦτος Σαδὼθ ἦταν Ἐπίσκοπος σὲ μιὰ ἐπαρχία τῆς Περσίας. Κ’ ἐπειδὴ δίδασκε τὸν λαὸ τοῦ Χριστοῦ, βάπτιζε δὲ καὶ μερικοὺς Πέρσες, ἕνεκα τούτου διεβλήθη στὸν βασιλέα Σαβώριο, κι ἀφοῦ παρουσιάστηκε μπροστά του καὶ δὲν πείστηκε νὰ προσκυνήσει τὸν ἥλιο, τὴν φωτιὰ καὶ τὸ νερό, δέρνεται μὲ ραβδιά· ἔπειτα κόβουν τὸ δέρμα του ἀπὸ τὸ μέτωπο ἕως τὰ νύχια τῶν ποδιῶν, καὶ βγάζουν λωρίδα τέσσερα δάκτυλα στὸ πλάτος. Ἔπειτα τὸν δέρνουν μὲ νεῦρα βοδιῶν καὶ τὸν κυλοῦν ἐπάνω σὲ σκόλοπες. Καὶ μετὰ τὸν σφίγγουν σὲ γαλεάγρα (πιεστήριο) καὶ κατασυντρίβουν τὰ ὀστᾶ του. Καὶ τοῦτα ὅλα τὰ ὑπέμεινε εὐχαρίστως ὁ γενναῖος ἀγωνιστὴς τοῦ Κυρίου.
Ἀλλὰ γιὰ τὴν ὑπομονή του αὐτή,
περισσότερο ἄναψε τὸν θυμὸ τοῦ τυράννου, καὶ γι’ αὐτὸ ρίχτηκε στὴν φυλακή· ἔπειτα
τὸν βγάζουν ἀπ’τὴν φυλακὴ καὶ πάλι τὸν ρωτοῦν ἂν προσκυνεῖ τὰ ἀνωτέρω στοιχεῖα·
ἐπειδὴ ὅμως βρέθηκε ὑγιὴς ἀπ’τὶς πρότερες πληγές, τὸν κρέμασαν κατακέφαλα καὶ
κατατρύπησαν τὸ σῶμα του μὲ σουβλιά. Κ’ ἐπειδὴ ὁ ἅγιος ἄκουσε τὸν βασιλέα νὰ τὸν
φοβερίζει ἀκόμη ὅτι θὰ σκορπίσει καὶ θ’ ἀφανίσει τελείως ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός του, τοῦ ἀποκρίθηκε:
– Πιστεύω στὸν Θεό μου, ὅτι
ἂν μὲ διασκορπίσεις, οἱ χριστιανοὶ θὰ διαμοιραστοῦν τὰ λείψανά μου κι ὅποιος ἐπικαλεστεῖ
τὸν Θεὸ διὰ μέσου τοῦ ὀνόματός μου θὰ βρεῖ σωτηρία.
Κι ἀμέσως μόλις εἶπε τὰ λόγια τοῦτα, ἀπέκοψαν
τὴν ἱερά του γλῶσσα. Ὁ δὲ ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ ἀφοῦ σήκωσε τὰ μάτια καὶ τὰ χέρια
του στὸν οὐρανὸ προσευχήθηκε νοερά, καὶ ὦ τοῦ θαύματος!, ἀκούει φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ
ποὺ ἔλεγε: «Ἡ αἴτησή σου ἐτελειώθη· καὶ ἰδοὺ θὰ λαλεῖς ὅπως τὸ πρότερον».
Κι ἔτσι φύτρωσε πάλι ἡ γλῶσσα του καὶ δι’ αὐτῆς λαλοῦσε καὶ δόξαζε τὸν Θεό.
Τοῦτα τὰ θαυμάσια βλέποντας οἱ λαοί, θαύμασαν
καὶ πίστεψαν στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ χίλιοι διακόσιοι ἑβδομῆντα ἄνθρωποι. Βλέποντας
ὁ βασιλεύς, ὅτι πολλοὶ Πέρσες διὰ μέσου τοῦ ἁγίου πιστεύουν στὸν Χριστό,
πρόσταξε νὰ κόψουν τὴν κεφαλή του· ἐπειδὴ ὅμως κι ἄλλοι πολλοὶ φώναζαν λέγοντας:
«Βασιλεῦ, καὶ ἐμεῖς γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ πεθάνουμε»·
διὰ τοῦτο ἔδωκε ἀπόφαση ὁ βασιλεὺς νὰ θανατώσουν κι ἐκείνους. Πήρανε λοιπὸν ὅλους
οἱ στρατιῶτες καὶ τοὺς ὁδήγησαν στὸν τόπο τῆς καταδίκης. Ὁ δὲ ἅγιος Σαδὼθ
προσευχήθηκε πρῶτα στὸν Θεό, κ’ ἔπειτα σφράγισε ὅλους τοὺς σὺν αὐτῷ, ποὺ ἦσαν ἑκατὸν
εἴκοσι. Κ’ ἔτσι αὐτὸς μὲν ἀποκεφαλίστηκε πρῶτος, ἀκολούθως δὲ ἀποκεφαλίστηκαν
καὶ οἱ ὑπόλοιποι. Κι ἔλαβαν ὅλοι τὰ στεφάνια τοῦ μαρτυρίου.
Ταῖς
Αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν»
τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 1ος, σελ. 381-383. (Μικρὴ φραστικὴ
διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).