Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Ὁ ἅγιος ὁσιομάρτυς Ἀνδρέας ὁ ἐν τῇ Κρίσει

 


Ὁ ἅγιος ὁσιομάρτυς Ἀνδρέας ὁ ἐν τῇ Κρίσει

Ἑορτάζει τὴν ιζ΄ (17η) Ὀκτωβρίου.


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*


Ἀμφοῖν ποδῶν σῶν Ἀνδρέα τμηθεὶς ἕνα,

Ἀθλήσεως σῆς ἐκπεραίνεις τὸν δρόμον.


   Τοῦτος ὁ ἀοίδιμος Ἀνδρέας ἦταν στὰ χρόνια τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου τοῦ Κοπρωνύμου ἐν ἔτει ψμα΄ (741)· γέννημα καὶ θρέμμα τῆς Κρήτης, τῆς πιὸ εὐνομωτάτης ἀπ’τὶς ἄλλες νήσους, υἱὸς εὐσεβῶν καὶ ἐναρέτων γονέων. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀνατράφηκε καλῶς, ἔγινε θερμὸς ἐργάτης τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔβλεπε τὴν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ νὰ διαφθείρεται ἀπὸ τὴν κακόφρονα αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, παρουσιάστηκε στὸν βασιλέα, ἤλεγχε τὴν ἀσέβειά του καὶ μὲ παρρησία ἔλεγε τὴν ἀλήθεια: ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ προσκυνοῦνται οἱ ἅγιες εἰκόνες.

   Ὁ δὲ βασιλεὺς μὴ ὑποφέροντας τὴν παρρησία, διακόπτει τὸν λόγο καὶ τὴν ὁμιλία τοῦ ἁγίου καὶ προστάζει τοὺς παρεστῶτες νὰ τὸν κρατήσουν. Κ’ ἐκεῖνοι, ἀφοῦ ὅρμησαν ἐναντίον του μὲ βαριὰ καὶ φονικὰ χέρια, ἄλλοι τὸν ἔπιασαν ἀπ’τὸ κεφάλι, ἄλλοι ἀπ’τὰ χέρια, ἄλλοι ἀπ’τὸ πανωφόρι, κι ἄλλοι ἀπ’τὰ ἐσωτερικὰ ροῦχα· καὶ μὲ πολλὲς βρισιὲς κι ἀτιμίες, γιὰ νὰ κάμουν δῆθεν χάρη στὸν τύραννο ποὺ τοὺς πρόσταξε, ρίχνουν κατὰ γῆς τὸν ἅγιο, –τὸν ὄντα κατὰ τὴν διάνοια ὑψηλὸ καὶ ὑπέρτερο τῆς γῆς–, καὶ δὲν ἔπαψαν οἱ θηριώδεις ἀπ’τὸ νὰ καθέλκουν (σύρουν κάτω) καὶ νὰ τὸν δέρνουν, ἕως ὅτου ὁ βασιλεύς, ἀφοῦ ἀρκετὰ ἐκδικήθηκε τὴν παρρησία τοῦ ἀθλητοῦ, πρόσταξε νὰ τὸν ἀφήσουν.

   Τότε καὶ πάλι ὁ ἅγιος ἔλεγε κι ἄλλα πολλὰ γιὰ ν’ ἀποδείξει, ὅτι πρέπει νὰ προσκυνοῦνται καὶ νὰ τιμῶνται οἱ ἅγιες εἰκόνες, προσέθετε δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι «ἂν ἐσεῖς οἱ βασιλεῖς παιδεύετε (βασανίζετε) μὲ δεινὲς τιμωρίες ἐκείνους ποὺ ἀτιμάζουν τοὺς βασιλικοὺς ἀνδριάντες σας, ἐπειδὴ τὸ θεωρεῖτε τοῦτο ὡς ἀτιμία ποὺ γίνεται σὲ σᾶς τοὺς ἴδιους, πόση ἆραγε θεϊκὴ ὀργὴ καὶ παιδεία (τιμωρία) θὰ λάβετε σεῖς οἱ ὑβρίζοντες τὴν εἰκόνα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ;» Ἀπὸ τὰ λόγια τοῦτα ἄναψε ὁ τύραννος, καὶ παρευθὺς πρόσταξε νὰ γυμνώσουν τὸν ἅγιο, κι ἀφοῦ τὸν τεντώσουν δυνατὰ μὲ σχοινιά, νὰ τὸν δέρνουν. Καὶ τούτου γενομένου, κοκκίνησε τὸ ἔδαφος τῆς γῆς ἀπ’τὸ αἷμα τοῦ μάρτυρος· ἔπειτα ἀφέθηκε ἀπὸ τὸν δαρμό, κ’ ἐπειδὴ ὁ γενναῖος ἀγωνιστὴς δὲν πείστηκε οὔτε ἀπὸ δωρεὲς καὶ χαρίσματα, οὔτε ἀπὸ φοβερισμοὺς μεγαλύτερων βασανιστηρίων, γιὰ τοῦτο πάλι δέρνεται ὁ ἀοίδιμος μὲ μεγάλη ὠμότητα· σκάβονται τὰ πλευρά του καὶ κατατσακίζεται τὸ στόμα του, κι ἔπειτα ρίχνεται στὴν φυλακή.

   Τὴν ἐρχομένη ἡμέρα παρουσιάζεται πάλι ὁ ἅγιος στὸν τύραννο, κ’ ἐπειδὴ μὲ περισσότερη τόλμη ἀντιστάθηκε σ’ αὐτόν, διὰ τοῦτο καταξεσχίζεται καὶ διαφθείρονται οἱ περισσότερες σάρκες του ἀπ’τὶς πληγές. Καὶ στὸ τέλος δέθηκε ἀπὸ τὰ πόδια μὲ σχοινιά, καὶ σύρθηκε ὁ μακάριος κατὰ γῆς ἀναμέσον ὅλης τῆς ἀγορᾶς· κι αὐτοὶ ποὺ τὸν ἔσερναν βιαζόντουσαν νὰ πᾶνε νὰ τὸν ρίξουν στὸν τόπο τῶν καταδικασμένων κακούργων. Τὴν στιγμὴ ὅμως ἐκείνη ποὺ ἐσύρετο ὁ ἅγιος, ἔτυχε νὰ πιάσει κάποιος ψάρια καὶ νὰ τὰ φέρει στὴν ἀγορὰ γιὰ νὰ τὰ πουλήσει· καὶ παρακινηθεὶς τοῦτος ἀπὸ ἕνα ἄγριο δαίμονα, ἅρπαξε μιὰ κοπίδα μὲ τὴν ὁποία ἔκοβαν οἱ μακελλάριοι (χασάπηδες) τὰ κρέατα, καὶ κατεβάζοντάς την στὸ μέσο τοῦ ἑνὸς ποδιοῦ τοῦ ἁγίου τὸν θανατώνει καὶ καταπαύει τὸν δρόμο τῆς ἀθλήσεως τοῦ μάρτυρος. Κι ἔτσι στέλνει τὴν μακαρία του ψυχὴ στὶς αἰώνιες μονές.

   Τὸ δὲ τίμιο λείψανό του ρίχτηκε στὸν τόπο τῶν κακοποιῶν καὶ φονιάδων ἀνθρώπων. Ἐκεῖ λοιπὸν βρισκόταν γιὰ πολὺ καιρό, ἀναμεμιγμένο μαζὶ μὲ τὰ νεκρὰ σώματα τῶν κακούργων. Δώδεκα ὅμως ἄνθρωποι δαιμονισμένοι, ποὺ ἦσαν ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σὰν νὰ εἶχαν συμφωνία, πῆγαν ὁμοῦ καὶ πήρανε τὸ ἅγιο λείψανο καὶ τὸ ἐνταφίασαν σ’ ἕνα ἱερὸ τόπο ποὺ ὀνομαζόταν Κρίσις. Καὶ ὡς μισθὸ τῆς εὑρέσεως κι ἐνταφιάσεως τοῦ ἁγίου λειψάνου, ἐλευθερώθηκαν ἀπὸ τὰ δαιμόνια.


Ταῖς Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

 

* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 1ος, σελ. 365-367. (Μικρὴ φραστικὴ διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).