Ποιός μπορεῖ λοιπὸν νὰ μὲ κάμει καλά;
Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης*
Πόσο δυσκίνητοι εἴμαστε στὸ καλὸ καὶ πόσο ἐπιρρεπεῖς στὸ κακό! Τώρα θέλω νὰ κάμω καλὸ στὸν ἐχθρό μου, ἀλλὰ πρὶν ἑτοιμάσω γι’ αὐτὸ τὴν καρδιά μου, γίνομαι κακός. Θέλω νὰ εἶμαι ὑπομονετικός, ἀλλὰ πρὶν στερεώσω τὴν καρδιά μου στὴν ὑπομονή, μὲ κυριεύουν ἡ ἀνυπομονησία καὶ ἡ ἔξαψη. Θέλω νὰ εἶμαι ταπεινός, ἀλλὰ ὁ ἑωσφορικὸς ἐγωϊσμὸς κατέχει μέγα μέρος τῆς καρδιᾶς μου. Θέλω νὰ εἶμαι ἐλεήμων καὶ σπλαχνικός, ἀλλὰ ἡ ἀπληστία καὶ ἡ φιλαργυρία, σὰν πεινασμένα θηρία, μὲ ἐμποδίζουν. Θέλω νὰ εἶμαι ἁπλός, ἀληθινὰ πιστός, ἀλλὰ ἡ ἀμφιβολία μὲ κλυδωνίζει δεινά. Θέλω νὰ εἶμαι συγκεντρωμένος στὴν προσευχή, ἀπορροφημένος ἀπὸ τὴν λατρεία, ἀλλὰ ἡ ἀπροσεξία καὶ ἡ περιπλάνηση τῆς σκέψεως δὲν μὲ ἀφήνουν νὰ τὸ ἐπιτύχω. Θέλω νὰ ἀποσπασθῶ ἀπὸ τὰ γήϊνα ἀγαθά, νὰ εἶμαι ἐγκρατὴς στὴν τροφὴ καὶ στὸ ποτό, ἀλλὰ μόλις βρεθῶ μπροστὰ σ’ ἕνα τραπέζι μὲ ἑλκυστικὰ ἐδέσματα καὶ ποτά, ἁπλώνω τὸ χέρι μου σ’ αὐτά, ὑποδουλωμένος στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ σαρκίου. Εὔκολα τρώγω καὶ πίνω πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ἀνάγκη καὶ ξεχνῶ τὴν ὠφέλεια τῆς νηστείας.









