Σοφία τοῦ Θεοῦ, Ζωὴ
τῶν πάντων…
Ὁσίου Πέτρου τοῦ Δαμασκηνοῦ*
Γιὰ
τὴν δεύτερη παρουσία τοῦ Κυρίου ἔχουμε γράψει προηγουμένως στὰ περὶ πένθους. Ἐκεῖνος τώρα ποὺ μέσῳ τῆς
χάρης κατανόησε μὲ αἴσθηση ψυχῆς τὴν πρώτη παρουσία τοῦ Κυρίου, ὀφείλει νὰ λέει
μὲ μεγάλο θαυμασμό:
Μέγας εἶσαι, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου1
καὶ δὲν ὑπάρχουν λόγια νὰ ὑμνηθεῖ τὸ μεγαλεῖο Σου. Ἰδού, γλυκύτατέ μου Κύριε, ὁ
δοῦλος Σου ἐνώπιόν Σου ἄφωνος, ἄπρακτος, στέκομαι καὶ περιμένω ἀπὸ Σένα τὸν
φωτισμὸ τῆς γνώσεως. Ἐσὺ εἶπες Κύριε ὅτι «χωρὶς
ἐμένα δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτε»2. Σὺ λοιπὸν δίδαξέ με γιὰ
Σένα. Γιὰ τοῦτο τόλμησα νὰ καθήσω στὰ ἄχραντα πόδια Σου, σὰν τὴν ἀδελφὴ τοῦ
φίλου Σου Λαζάρου3, γιὰ ν’ ἀκούσω κι ἐγὼ κάτι νοερά, ἂν ὄχι σχετικὸ
μὲ τὴν ἀκατάληπτη θεότητά Σου, τουλάχιστον κάτι γιὰ τὴν σωματική Σου ζωὴ μέσα
στὸν κόσμο, γιὰ νὰ ἐννοήσω λίγο τὰ λεγόμενα μέσα στὸ Εὐαγγέλιο τῆς χάρης Σου. Πῶς
δηλαδὴ συναναστράφηκες ἀνάμεσά μας πρᾶος καὶ ταπεινὸς στὴν καρδιά4, ὅπως
εἶπε τὸ πανάγιό Σου στόμα γιὰ νὰ τὰ μάθουμε αὐτὰ ἐμεῖς ἀπὸ Σένα· καὶ πῶς ἔζησες
μὲ τόση φτώχεια Ἐσὺ ὁ πλούσιος σὲ εὐσπλαχνία5, μὲ κόπο καὶ δίψα
θεληματικά, Ἐσὺ ποὺ ἔδωσες στὴν Σαμαρείτισσα τὸ νερὸ τῆς ζωῆς6, ὅπως
εἶπες Κύριε: «Ὅποιος διψᾶ, ἂς μὲ
πλησιάσει καὶ ἂς πιεῖ»7. Γιατὶ Σὺ εἶσαι ἡ πηγὴ τῶν ἰάσεων καὶ ποιός
μπορεῖ νὰ ὑμνεῖ τὴν διαγωγή Σου στὸν κόσμο;