Βασιλείου τοῦ Μεγάλου
ΛΟΓΟΣ
ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ
ΣΤΗΝ
ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΡΑ ΙΟΥΛΙΤΤΑ
Ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνάξεως εἶναι τὸ κήρυγμα πρὸς τιμὴν τῆς μακαρίας μάρτυρος. Σᾶς καλέσαμε καὶ σᾶς συγκεντρώσαμε σήμερα διότι ἡ σημερινὴ ἡμέρα ἀποτελεῖ ὑπόμνηση τοῦ μεγάλου ἀγῶνα καὶ μαρτυρίου ποὺ ἔδωσε μέσα σὲ γυναικεῖο σῶμα ἡ πιὸ μακάρια ἀπὸ τὶς γυναῖκες, ἡ Ἰουλίττα. Ὁ ἀγῶνας της ὑπῆρξε γενναιότατος, προκαλῶντας τεράστια ἔκπληξη τόσο σὲ ὅσους ἦταν τότε παρόντες στὸ θέαμα, ὅσο καὶ σὲ ὅσους τὸ ἔμαθαν ἀργότερα ἀπὸ τὶς διηγήσεις τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων — ἂν βέβαια ταιριάζει νὰ ἀποκαλεῖ κανεὶς «γυναῖκα» ἐκείνη ποὺ μὲ τὸ μεγαλειῶδες φρόνημα τῆς ψυχῆς της κατάφερε νὰ κρύψει τὴν ἀδυναμία τῆς γυναικείας φύσης.
Ὁ κοινός μας ἀντίπαλος, ὁ
διάβολος, ποὺ καυχιόταν γιὰ ἐκεῖνα τὰ
μεγάλα κατορθώματα, ὅτι δηλαδὴ θὰ σείσει ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη καὶ θὰ τὴν
κυριεύσει σὰν φωλιὰ πουλιῶν, καὶ θὰ μαζέψει τὶς πόλεις σὰν παρατημένα αὐγὰ καὶ
θὰ τὶς ἐρημώσει [βλ. Ἠσ. 10, 14: «Καὶ σείσω
πόλεις κατοικουμένας καὶ τὴν οἰκουμένην ὅλην καταλήψομαι τῇ χειρὶ ὡς νοσσιὰν καὶ
ὡς καταλελειμμένα ὠὰ ἀρῶ, καὶ οὐκ ἔστιν ὃς διαφεύξεταί με ἢ ἀντείπῃ μοι (:Καὶ θὰ ἀναταράξω πόλεις κατοικημένες καὶ μὲ
τὸ χέρι μου θὰ κατακτήσω ὅλη τὴν οἰκουμένη· ὅπως ἁρπάζει κανεὶς μέσα ἀπὸ τὴν
φωλιὰ πουλιῶν τὰ ἐγκαταλελειμμένα αὐγά τους, ἔτσι θὰ ἁρπάξω καὶ ἐγὼ τὰ πλούτη τῆς
γῆς. Καὶ κανεὶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ μοῦ ξεφύγει, κανεὶς δὲν θὰ τολμήσει νὰ μοῦ
φέρει ἀντιρρήσεις στὸ σχέδιό μου)»], ἔχει πάρα πολὺ
πληγωθεῖ καὶ ἡττηθεῖ ἀπὸ τὴ γυναικεία ἀρετή. Διότι ὅταν ἐπιχείρησε, στὸν καιρὸ
τοῦ πειρασμοῦ, νὰ ἀποδείξει ὅτι ἐκείνη δὲν θὰ μποροῦσε ἐξαιτίας τῆς φυσικῆς ἀδυναμίας
τοῦ γυναικείου φύλου νὰ διαφυλάξει μέχρι τὸ τέλος τὴν πίστη της στὸν Θεό, τὴν
βρῆκε μὲ τὴν δοκιμασία νὰ εἶναι πιὸ γενναία ἀπ’ ὅ,τι ἐπέβαλλε ἡ φύση της καὶ νὰ
καταφρονεῖ τόσο πολὺ τὶς φοβέρες του, ὅσο αὐτὸς ἔλπιζε νὰ τὴν φοβερίσει μὲ τὰ
δεινά.
Διότι αὐτὴ εἶχε ἐναντίον
της κάποια δίκη μὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς πόλης, ποὺ ἦταν ἄνθρωπος
πλεονέκτης καὶ βίαιος καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε συγκεντρώσει πλοῦτο μὲ ἁρπαγὲς καὶ
λεηλασίες, αὐτὸς ἀφοῦ ἀπέσπασε ἀπ’ αὐτὴν μεγάλο μέρος ἀπὸ τὸ καλλιεργήσιμο ἔδαφος
καὶ λιβάδια καὶ κῶμες καὶ βοσκήματα καὶ δούλους καὶ ἀφοῦ ἅπαξε ἀπὸ τὴ γυναῖκα ὁλόκληρη
τὴν περιουσία της, τότε προσῆλθε στὰ δικαστήρια μὲ συκοφάντες καὶ
ψευδομάρτυρες, στηριζόμενος στὴν δωροδοκία τῶν δικαστῶν.
Ὅταν, λοιπόν, ἦλθε ἡ
δικάσιμος ἡμέρα καὶ ὁ κήρυκας ἄρχιζε νὰ καλεῖ καὶ ἦταν ἕτοιμοι οἱ συνήγοροι κι ἐνῶ
ἄρχιζε νὰ ἀποκαλύπτει τὴν τυραννικὴ καὶ καταπιεστικὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ
καὶ ἐπρόκειτο νὰ διηγηθεῖ καὶ τὸν τρόπο ποὺ εἶχε ἀποκτήσει ἐξαρχῆς τὴν
περιουσία της καὶ πόσος χρόνος ἐπιβεβαίωνε τὴν κυριότητά της, καὶ ἔπειτα νὰ
διεκτραγωδήσει τὴν βία καὶ τὴν πλεονεξία τοῦ ἀντιδίκου της, ἐκεῖνος ἀφοῦ παρουσιάστηκε δήλωσε ὅτι ἡ
δίκη δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ διεξαχθεῖ πρὸς ἐκδίκαση. Διότι ὅπως εἶπε, δὲν ἦταν ἐπιτρεπτὸ
νὰ ἀπολαμβάνουν τὰ κοινὰ δικαιώματα καὶ νὰ παίρνουν μέρος στὰ δημόσια πράγματα
αὐτοί, ποὺ δὲν λατρεύουν τοὺς θεοὺς τῶν βασιλέων καὶ δὲν ἀπαρνοῦνται τὴν πίστη
στὸν Χριστό.
Ὁ ἀρχιδικαστὴς ἔκρινε ὅτι ὁ
ἄνθρωπος αὐτὸς μιλοῦσε δίκαια καὶ ὅτι πρότεινε πράγματα ὑποχρεωτικὰ γιὰ τὸν
νόμο. Καὶ ἀμέσως ἔφεραν τότε λιβανωτὸ καὶ
βωμὸ καὶ ἔθεσαν γιὰ τοὺς διαδίκους τὴν ἑξῆς πρόταση· ἂν ἀρνοῦνταν τὸν Χριστό, θὰ
ἀπολάμβαναν τὴν προστασία τῶν νόμων καὶ τὴν ὠφέλεια ἀπὸ αὐτούς, ἐὰν ὅμως
παρέμεναν σταθεροὶ στὴν πίστη τους, δὲν θὰ εἶχαν δικαίωμα νὰ καταφεύγουν οὔτε
στὰ δικαστήρια, οὔτε στὴν προστασία τῶν νόμων, οὔτε στὴν ὑπόλοιπη κοινωνικὴ
ζωή, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους αὐτῶν ποὺ τότε κυβερνοῦσαν, θεωροῦνταν
στερημένοι τῶν πολιτικῶν τους δικαιωμάτων.
Τί ἔκανε, λοιπόν, μπροστὰ
σὲ αὐτὰ ἡ Ἰουλίττα; Μήπως σαγηνεύτηκε ἀπὸ τὸν πλοῦτο; Ἢ μήπως ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία της νὰ νικήσει τὸν ἄδικο
ἀντίδικό της, παραγνώρισε τὸ ἀληθινὸ συμφέρον της; Ἢ μήπως φοβήθηκε τὸν
κίνδυνο ποὺ ἐξαρτιόταν ἀπὸ τὴν ἀπόφαση τῶν δικαστῶν; Καθόλου. Ἀντίθετα εἶπε: «Ἂς
χαθεῖ ἡ ζωή μου, ἂς χαθοῦν τὰ χρήματά μου, ἂς μὴ μοῦ ἀπομείνει οὔτε τὸ ἴδιο μου
τὸ σῶμα, προτοῦ βγάλω ἀπὸ τὸ στόμα μου ἔστω καὶ μία ἀσεβῆ λέξη ἐναντίον τοῦ Θεοῦ
ποὺ μὲ δημιούργησε».
Καὶ ὅσο ἐκεῖνος ἐξαγριωνόταν
μὲ τὰ λόγια αὐτὰ καὶ ἄναβε ἐναντίον της μὲ τὴν πιὸ ἀκραία ὀργή, ἐκείνη τόσο
περισσότερο εὐχαριστοῦσε τὸν Θεό, γιατί ἐνῷ φαινόταν νὰ χάνει τὰ φθαρτὰ πλούτη,
ἐξασφάλιζε γιὰ τὸν ἑαυτό της τὴν ἀπόκτηση τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν. Στεροῦνταν τὴν γῆ
γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὸν Παράδεισο, καταδικαζόταν σὲ ἀτίμωση γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ τὰ
στεφάνια τῆς δόξας, καὶ τὸ σῶμα της κατακαιγόταν καὶ τῆς ἀποσποῦσαν τὴν
πρόσκαιρη ζωή, ὥστε νὰ λάβει τὰ ἐλπιζόμενα ἀγαθὰ τῆς μακαριότητας καὶ νὰ βρεθεῖ
μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους στὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ λοιπὸν τὴν
ρωτοῦσαν πολλὲς φορές, πολλὲς φορὲς ἔδινε τὴν ἴδια ἀπάντηση: δήλωνε ὅτι εἶναι
δούλη τοῦ Χριστοῦ καὶ καταριόταν αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι τὴν προκαλοῦσαν στὴν ἄρνησή
Του.
Τότε, λοιπόν, ὁ ἄδικος
δικαστὴς ὄχι μόνο τῆς στέρησε τὰ κτήματα, ποὺ ἤδη τῆς εἶχαν ἀφαιρεθεῖ παράνομα
καὶ ἄδικα, ἀλλὰ τῆς ἀφαίρεσε καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή, ὅπως νόμιζε, παραδίδοντάς την
στὴ φωτιά. Ἐκείνη, ὅμως, δὲν ἔτρεξε ποτὲ μὲ τόση προθυμία πρὸς καμία ἀπὸ τὶς
ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς, ὅσο προχώρησε πρὸς ἐκείνη τὴν φωτιά, φανερώνοντας μὲ τὸ
πρόσωπό της, τὴ στάση της, τὰ λόγια της καὶ τὴ λαμπρή της ἀγαλλίαση τῆς ψυχῆς
της τὴ μεγάλη της χαρά. Καὶ προέτρεπε τὶς γυναῖκες ποὺ ἦταν παροῦσες
νὰ μὴ δειλιάζουν μπροστὰ στοὺς κόπους ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ εὐσέβεια, οὔτε νὰ
προβάλλουν ὡς δικαιολογία τὴν φυσική τους ἀδυναμία, λέγοντας ὅτι «ἔχουμε
πλαστεῖ ἀπὸ τὴν ἴδια ὕλη μὲ τοὺς ἄντρες, ἔχουμε πλαστεῖ ὅπως καὶ αὐτοί, σύμφωνα
μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ (βλ. Γέν. 1, 26:
«Καὶ
εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν»). Ὁ Δημιουργὸς ἔκανε καὶ τὴ γυναῖκα ἐξίσου μὲ τὸν ἄντρα,
δεκτικὴ τῆς ἀρετῆς. Ἄλλωστε, δὲν εἴμαστε σὲ ὅλα συγγενεῖς καὶ ὅμοιοι μὲ τοὺς
ἄνδρες; Διότι γιὰ τὴ δημιουργία τῆς γυναίκας, δὲν λήφθηκε μόνο σάρκα, ἀλλὰ καὶ
«ὀστὸ ἀπὸ τὰ ὀστᾶ» τοῦ ἄνδρα (βλ. Γέν. 2, 23:
«Καὶ
εἶπεν Ἀδάμ· τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου· αὕτη
κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη»). Ἑπομένως, κι ἐμεῖς
ὀφείλουμε στὸν Δεσπότη τὴν ἴδια σταθερότητα, ἀνδρεία καὶ ὑπομονὴ ποὺ ὀφείλουν
καὶ οἱ ἄνδρες».
Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ τὰ
λόγια, ὅρμησε στὴ φωτιά. Καὶ ἡ φωτιὰ ποὺ περιέβαλλε τὸ σῶμα της σὰν ἕνας φωτεινὸς
θάλαμος, ἔστειλε τὴν ψυχή της στὴν οὐράνια πατρίδα καὶ στὴν ἀνάπαυση ποὺ τῆς ἅρμοζε,
ἐνῷ διαφύλαξε ἄφθαρτο καὶ ἀκέραιο τὸ τίμιο σῶμα της γιὰ τοὺς πιστούς. Αὐτό,
τοποθετημένο στὸ ὡραιότερο προτείχισμα τῆς πόλεως, ἁγιάζει τόσο τὸν τόπο, ὅσο
καὶ ὅλους ὅσους προσέρχονται σὲ αὐτό. Καὶ ἡ γῆ, ποὺ κατευλογήθηκε ἀπὸ τὴν ἐκδημία
τῆς μακαρίας μάρτυρος, ἀνέβλυσε ἀπὸ τὰ σπλάχνα της ἕνα ἐξαίρετο ἁγίασμα, ὥστε
ἡ μάρτυρας, σὰν νὰ ἔγινε μητέρα ὅλων, νὰ τρέφει μὲ αὐτό, σὰν μὲ κοινὸ γάλα, τοὺς
κατοίκους τῆς πόλης. Αὐτὸ καὶ στοὺς ὑγιεῖς εἶναι φυλακτήριο, καὶ σὲ ὅσους τὸ
ἀπολαμβάνουν μὲ σωφροσύνη, πηγὴ ψυχικῆς τέρψεως καὶ γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς παρηγοριά.
Ἡ μάρτυρας μᾶς χάρισε τὴν ἴδια εὐεργεσία καὶ χάρη ποὺ πρόσφερε ἄλλοτε ὁ Ἑλισαῖος
στοὺς κατοίκους τῆς Ἰεριχοῦς [βλ. Δ΄ Βασ. 2,
21-22: «Καὶ ἐξῆλθεν Ἑλισαιὲ εἰς τὴν διέξοδον τῶν ὑδάτων καὶ ἔῤῥιψεν ἐκεῖ ἅλα
καὶ εἶπε· τάδε λέγει Κύριος· ἴαμαι τὰ ὕδατα, οὐκ ἔσται ἔτι ἐκεῖθεν θάνατος καὶ ἀτεκνουμένη. καὶ ἰάθησαν τὰ ὕδατα ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης
κατὰ τὸ ῥῆμα Ἑλισαιέ, ὃ ἐλάλησεν» (:Καὶ
βγῆκε ἀπὸ τὴν πόλη ὁ Ἑλισαῖος καὶ πῆγε στὴν πηγὴ τῶν νερῶν, ἔριξε ἐκεῖ τὸ ἁλάτι
ποὺ εἶχε ζητήσει νὰ τοῦ φέρουν καὶ εἶπε: “Αὐτὰ λέει ὁ Κύριος· Αὐτὰ τὰ νερὰ Ἐγὼ
τὰ καθαρίζω καὶ τὰ ἐξυγιαίνω· καὶ δὲν θὰ προξενοῦν πιὰ θάνατο, οὔτε ἀκαρπία, οὔτε
ἀτεκνία στὰ ζῶα καὶ στοὺς ἀνθρώπους”. Πράγματι, τὰ νερὰ καθαρίστηκαν καὶ ἐξυγιάνθηκαν
μέχρι σήμερα, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ ποὺ ἔδωσε ὁ Ἑλισαῖος)»], μεταβάλλοντας μὲ τὴν εὐλογία της τὸ φυσικὰ ἁλμυρὸ νερὸ τῆς
περιοχῆς σὲ γλυκό, ἁπαλὸ καὶ εὐχάριστο γιὰ ὅλους.
Ἐσεῖς οἱ ἄνδρες, μὴ καταδέχεστε νὰ φαίνεστε κατώτεροι ἀπὸ
τὶς γυναῖκες ὡς πρὸς τὴν εὐσέβεια. Καὶ ἐσεῖς, οἱ γυναῖκες, μὴ μείνετε πίσω ἀπὸ αὐτὸ τὸ παράδειγμα, ἀλλὰ νὰ παραμένετε σταθερὲς στὴν εὐσέβεια χωρὶς προφάσεις, ἔχοντας
γνωρίσει στὴν πράξη ὅτι ἡ ἀσθενέστερη
φύση σας δὲν σᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀποκτήσετε κανένα ἀπὸ τὰ ἀγαθά.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
ἐπιμέλεια κειμένου καὶ μετάφρασης: Ἑλένη Λιναρδάκη,
φιλόλογος
ΠΗΓΗ:
Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Ἅπαντα τὰ ἔργα, Ὁμιλίαι καὶ λόγοι, Ὁμιλία εἰς τὴν
μάρτυραν Ἰουλίτταν, πατερικὲς ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς» (ΕΠΕ), ἐκδ. οἶκος
«Τὸ Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1973, τόμος 7, σελίδες 202-209.