Ὁ ἅγιος ἔνδοξος μεγαλομάρτυς καὶ ἰαματικὸς
Παντελεήμων
Ἑορτάζει τὴν κζ΄
(27η) Ἰουλίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Γαλακτόμικτον, μάρτυς, αἷμα σῆς κάρας,
Δι’ ἣν ὑδατόμικτον ὁ Χριστὸς χέει.
Φάσγανον
ἑβδομάτῃ λάχεν εἰκάδι Παντελεήμων.
Τοῦτος ὁ ἅγιος ἦταν κατὰ τοὺς
χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ, ἐν ἔτει τδ΄ (304), καταγόμενος ἀπὸ τὴν πόλη
τῆς Νικομηδείας, υἱὸς πατέρα εἰδωλολάτρου ὀνόματι Εὐστοργίου καὶ μητέρας ἐκ
προγόνων Χριστιανῆς, καλουμένης Εὐβούλης. Ἔμαθε τὴν μὲν ἰατρικὴ τέχνη τῶν
σωμάτων ἀπὸ κάποιον Εὐφρόσυνο, ὁ ὁποῖος εἶχε δόξα καὶ φήμη πολὺ μεγάλη καὶ φαινόταν
ὅτι ἔφθασε στὸ ἄκρο τῆς ἰατρικῆς, τὴν δὲ ἰατρικὴ τῆς ψυχῆς τὴν ἔμαθε ἀπ’τὸν
ἅγιο Ἑρμόλαο, τὸν ἱερέα τῆς ἐν Νικομηδείᾳ Ἐκκλησίας, περὶ τοῦ ὁποίου προείπαμε στὴν
εἰκοστὴ ἕκτη τοῦ μηνός. Διὰ μέσου δὲ τῆς κατὰ Χριστὸν ἰατρικῆς τέχνης ἀνέστησε
ὁ ἅγιος ἕνα παιδί, τὸ ὁποῖο δαγκώθηκε ἀπὸ ἔχιδνα καὶ ἦταν πεσμένο κάτω νεκρό,
ἐπικαλούμενος μόνο τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ· γι’ αὐτὸ βαπτίσθηκε ἀπ’τὸν ἅγιο Ἑρμόλαο
καὶ ὁδηγήθηκε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ δὲ τρόπος τοῦ μαρτυρίου του ἔγινε κάπως
ἔτσι:
Κάποιος
τυφλὸς ποὺ προσῆλθε στὸν ἅγιο γιατρεύθηκε, κι ἐρωτηθεὶς ἀπὸ τὸν βασιλέα ποιός
τὸν γιάτρεψε, ἀποκρίθηκε ὅτι ὁ Παντολέων (διότι τοῦτο ἦταν τὸ πρῶτο του ὄνομα),
ἐπειδὴ ἐπικαλέσθηκε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ· πρόσθεσε δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι καὶ αὐτὸς
πιστεύει στὸν Χριστό. Ἔτσι παρευθὺς πρόσταξε ὁ βασιλεὺς κι ἀποκεφάλισαν τὸν πρώην
τυφλό, τὸν δὲ Παντολέοντα ἀφοῦ ἔψαξαν τὸν βρήκανε καὶ τὸν ἔφεραν ἐνώπιον τοῦ
βασιλέως.
Κ’
ἐπειδὴ ὁ ἅγιος οὔτε μὲ κολακεῖες οὔτε μὲ ἀπειλὲς πείσθηκε ν’ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη
τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἔδειραν δυνατὰ καὶ τὸν ἔκαψαν μὲ ἀναμμένες λαμπάδες.
Ἐμφανισθεὶς δὲ ὁ Κύριος στὸν ἅγιο μὲ τὸ σχῆμα τοῦ Ἱερέως Ἑρμολάου τοῦ εἶπε
νὰ ἔχει θάρρος. Ἀλλὰ κι ὅταν ἔβαλαν τὸν ἅγιο στὸ βρασμένο μολύβι καὶ ὅταν τὸν ἔριξαν
στὴν θάλασσα, καὶ τότε φάνηκε ὁ Κύριος ὅτι μαζὶ μὲ τὸν Παντελεήμονα ρίχτηκε
ἐντὸς αὐτῶν, γι’ αὐτὸ κι ἔμεινε ἀβλαβὴς ἀπ’ ὅλα τὰ βασανιστήρια. Ἔπειτα δόθηκε στὰ
θηρία, κι ἀφοῦ φυλάχθηκε καὶ ἀπ’ αὐτὰ ἀβλαβὴς δέθηκε σ’ ἕνα τροχὸ καρφωμένο μὲ
μαχαίρια κοφτερά, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ὑψηλὸ μέρος ρίχθηκε στὸν κατήφορο. Μετὰ δὲ ταῦτα
ἔλαβε ὁ ἅγιος τὴν
τοῦ θανάτου ἀπόφαση· Ἔτσι προσευχήθηκε κι ὅταν τελείωσε τὴν προσευχὴ ἦλθε θεία
φωνὴ ποὺ τὸν ὀνόμασε ἀντὶ Παντολέοντα Παντελεήμονα. Ὅταν δὲ ἔμελλε νὰ
ἀποκεφαλισθεῖ ὁ ἅγιος, ἅπλωσε ὁ δήμιος τὸ χέρι γιὰ νὰ τὸν κτυπήσει μὲ τὸ σπαθὶ
καί, ὦ τοῦ θαύματος! εὐθὺς διέλυσε ὅπως τὸ κερί. Τότε οἱ στρατιῶτες βλέποντας τοῦτο
τὸ θαῦμα πίστεψαν στὸν Χριστό· καὶ τότε ὁ ἅγιος ἀφοῦ ἔγειρε θεληματικῶς τὴν
κεφαλὴ ἀποκεφαλίσθηκε. Λέγουν δὲ ὅτι, ἀντὶ αἵματος ἐξῆλθε γάλα ἀπ’τὸν λαιμό του
καὶ ὅτι τὸ δέντρο τῆς ἐλιᾶς, στὸ ὁποῖο ἦταν δεμένος ὁ ἅγιος, ὄντας ξηρὸ, εὐθὺς βλάστησε
καὶ καρποφόρησε.
Ταῖς Αὐτοῦ
ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 6ος, σελ. 116-119. (Μικρὴ φραστικὴ διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).