Ἡ ὁσία Ἄννα ἡ ἐν
τῷ Λευκαδίῳ
(ἢ ἐν τῷ Λευκάτῃ)
Ἑορτάζει τὴν κγ΄
(23η) Ἰουλίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Σὸς
δέσμιος νοῦς σαρκικὰς ρίψας πέδας,
Εἴργοντος
Ἄννα μηδενὸς Θεὸν βλέπει.
Ἡ ἁγία Ἄννα ἦταν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Θεοφίλου τοῦ εἰκονομάχου, ἐν ἔτει ωκθ΄ (829), καὶ καταγόταν ἀπὸ λαμπρὸ καὶ περιφανὲς γένος, εἶχε δὲ πλοῦτο καὶ περιουσία πολλή. Τούτη τὴν ἁγία ἡ μητέρα της φρόντιζε νὰ τὴν ἀναθρέψει μὲ κοσμιότητα κ’ εὐλάβεια, ἐπειδὴ ὁ πατέρας της εἶχε πεθάνει, καὶ ἡ μητέρα τῆς ἁγίας ἀφοῦ ἔζησε μαζί της λίγο καιρὸ πέθανε κι ἐκείνη, ἀλλὰ ἤδη ἡ ἁγία εἶχε συνάξει στὸν ἑαυτό της ὅλα τὰ καλὰ καὶ τὶς ἀρετὲς καὶ μὲ τὴν δική της προαίρεση καὶ μὲ τὴν παρακίνηση τῆς μητέρας της.
Ἔτσι ἡ μακαρία Ἄννα ἔγινε κάτοχος
πολλοῦ πλούτου, ἀπ’τὸν ὁποῖο μοίραζε στοὺς φτωχοὺς κ’ ἐνδεεῖς σύμφωνα μὲ τὶς ἀνάγκες
τους. Κι ἐνῶ ἡ ὁσία φημιζόταν μ’ αὐτὰ τὰ καλὰ ἔργα, ἦλθε στὴν βασιλεία τῶν Ῥωμαίων
κάποιος ἄνθρωπος Ἀγαρηνὸς μὲν κατὰ τὸ γένος, πονηρὸς δὲ κατὰ τὸν τρόπο. Ἦταν δὲ
τότε βασιλεὺς Βασίλειος Α΄ ὁ Μακεδών, ἐν ἔτει ωξζ΄ (867). Ὁ Ἀγαρηνὸς λοιπὸν αὐτὸς
ζήτησε ἄδεια ἀπὸ τὸν βασιλέα νὰ λάβει γυναῖκα του τὴν μακαρία Ἄννα· κι ὁ βασιλεὺς
τοῦ ἔδωσε τὴν ἄδεια· ἀλλ’ ἡ ἀοίδιμος Ἄννα δὲν ἔστεργε νὰ κάμει τοῦτο, γι’ αὐτὸ δοκίμαζε
πολλὲς θλίψεις καὶ στενοχώριες ἀπ’τὸν μιαρὸ Ἀγαρηνό. Καὶ ὁ μὲν Ἀγαρηνὸς φιλονικοῦσε
κι ἔλεγε ὅτι θὰ τὴν λάβει γυναῖκα, ἡ δὲ Ἄννα παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ μὲ προσευχὲς
καὶ δάκρυα νὰ τὴν ἐλευθερώσει γρήγορα ἀπ’τὸν πειρασμὸ αὐτόν. Εἰσακούοντας λοιπὸν
ὁ Θεὸς τὴν προσευχή της, στέρησε τὸν βιαστὴ Ἀγαρηνὸ ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή, κι ἐκπλήρωσε
τὸ θέλημα τῆς Ἄννας τῆς φοβουμένης αὐτόν. Καὶ τί ἀκολούθησε τούτου; Ἀπέρριψε ἡ
μακαρία Ἄννα ὅλα τοῦ βίου τὰ πράγματα, κι ἀφοῦ μπῆκε σὲ ἕνα ναὸ τῆς Θεοτόκου ἔδωσε
τὸν ἑαυτό της σὲ νηστεία, σὲ προσευχή, σὲ ἀγρυπνία καὶ σὲ ἐγκράτεια, διότι ὅλη
τὴν ἑβδομάδα ἔμενε νηστική. Τόσο πολὺ κατεμάρανε τὸ σῶμα της, ὥστε φαίνονταν ἀπὸ
ἔξω ὅλα τὰ νεῦρα καὶ οἱ ἁρμοὶ τῶν μελῶν· ἐπειδὴ δηλαδὴ οἱ σᾶρκες της καταξηράθηκαν
ἀπ’τὴν ὑπερβολικὴ σκληραγωγία καὶ σχεδὸν νεκρώθηκαν, διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἐσωτερικὴ
σύνθεση καὶ οἱ ἁρμοὶ τῶν νεύρων, μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Πλάστης συνέδεσε ὅλο τὸ σῶμα,
καθαρὰ φαίνονταν ἀπὸ ἔξω καὶ μόνο τὸ δέρμα βρισκόταν ἐπάνω στοὺς ἁρμοὺς καὶ τὰ
κόκκαλα. Μὲ τὴν ζωὴ αὐτὴ λοιπὸν πέρασε ἡ ἁγία πενήντα ὁλόκληρα χρόνια· ἔπειτα, ἀφοῦ
ἀσθένησε λίγο παρέδωκε τὴν ψυχή της εἰς χεῖρας Θεοῦ. Τὸ δὲ πολυπαθὲς καὶ
καρτερικὸ σῶμα της τοποθετήθηκε ἀπ’τοὺς συγγενεῖς της σὲ θήκη κι ἐνταφιάσθηκε σ’
ἕνα τόπο, ὅπου κι ἄλλοι πολλοὶ συγγενεῖς της βρίσκονταν ἐνταφιασμένοι.
Ἀφοῦ, ὅμως, παρῆλθαν πολλὰ χρόνια, κάποιοι ἄνθρωποι
ἐνοχλούμενοι ἀπὸ ἀκάθαρτα πνεύματα πῆγαν κι ἔβγαλαν ἀπ’τὸν τάφο τὸ σῶμα τῆς ἁγίας,
τὸ ὁποῖο, ὦ τοῦ θαύματος! βρέθηκε λαμπρό, σῶο, ἄφθαρτο καὶ γεμάτο ἀπὸ κάθε εὐωδία
θεϊκὴ καὶ ἀνθρώπινη. Τοῦτο ἦταν βεβαίως θαῦμα ὑπερφυσικὸ καὶ παράδοξο, καθὼς δύναται
ὁ καθένας νὰ τὸ καταλάβει, διότι, ἂν καὶ ἦσαν κι ἄλλα πολλὰ σώματα ἐνταφιασμένα
σ’ ἐκεῖνο τὸν τόπο μαζὶ μὲ τὸ σῶμα τῆς μακαρίας, ἐκεῖνα ὅμως μὲ φυσικὸ τρόπο διελύθησαν
κ’ ἐφθάρησαν, τὸ δὲ σῶμα τῆς ὁσίας Ἄννας παρέμεινε ὑπερφυσικῶς σῶο καὶ ἀδιάφθορο.
Ἔτσι, ἀληθῶς ἐκπληρώθηκε σὲ τούτη τὴν ὁσία τὸ Δαβιτικὸ ἐκεῖνο: «Φυλάσσει
Κύριος πάντα τὰ ὀστᾶ τῶν ἁγίων, καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ συντριβήσεται» (Ψαλμ. λγ΄ 21). Κι ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ λειψάνου τούτου δαίμονες διώχθηκαν, τυφλοὶ ἀνέβλεψαν,
χωλοὶ περπάτησαν, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, πᾶσα ἀσθένεια, γιὰ τὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι
πάσχουν, καὶ τότε καὶ τώρα δι’ αὐτοῦ ἰατρεύεται. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ξέρει ὁ Θεὸς
νὰ ἀντιδοξάζει τοὺς αὐτὸν δοξάζοντας.
Ταῖς
Αὐτῆς ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα
μηνῶν» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 6ος, σελ. 98, 99. (Μικρὴ
φραστικὴ διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).