Ἡ ἁγία μάρτυς Ἰουλίττα ἐκ Καισαρείας
Ἑορτάζει τὴν λ΄
(30η) Ἰουλίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Ὡς ἀχλυῶδες καὶ τὸ πῦρ τῆς καμίνου,
Πρὸς τὴν καλὴν λάμπουσαν ἦν Ἰουλίτταν.
Τούτη ἡ ἁγία καταγόταν ἀπὸ τὴν
Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, καὶ ὁ μέγας Βασίλειος τὴν τίμησε μὲ ἐγκώμιο. Εἶχε
δὲ κρίση (δίκη) μὲ ἄνθρωπο ἅρπαγα καὶ πλεονέκτη, ὁ ὁποῖος ἔκοψε τὸ περισσότερο
μέρος ἀπ’τὰ κτήματά της, καὶ οἰκειοποιήθηκε ἄδικα τοὺς ἀγρούς, τὰ χωρία, τὰ ζῶα,
τοὺς δούλους κι ὅλη τὴν διοίκηση τῆς ζωῆς της, καταφρονῶντας τὸ δίκαιο ὁ
φιλάδικος καὶ στηριζόμενος σὲ συκοφαντίες, ψευδολογίες, ψευδομαρτυρίες καὶ σὲ
δωροδοκίες τῶν δικαστῶν.
Κ’ ἐπειδὴ ἡ ἁγία ἄρχισε νὰ φανερώνει τὴν τυραννία
καὶ τὸν πλεονεκτικὸ τρόπο ποὺ μεταχειριζόταν ἐναντίον της ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος,
παρευθὺς ὁ ἀδικητὴς τὴν διέβαλε στὸν ἄρχοντα τῆς Καισαρείας λέγοντας ὅτι εἶναι
Χριστιανὴ κι ὅτι δὲν λατρεύει τοὺς θεοὺς τοῦ βασιλέως κι ὅτι ὡς τέτοια δὲν
πρέπει νὰ μετέχει ἀπὸ τὰ κοινὰ στοὺς ἄλλους ἀγαθὰ τοῦ νόμου.
Ἡ δὲ ἁγία, μὴ θέλοντας νὰ δεῖ καθόλου στὰ
παρόντα πράγματα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καταφρονῶντας ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα, «ἂς χαθεῖ»,
εἶπε, «καὶ ἂς ἀφανισθεῖ ἡ ζωὴ αὐτὴ καὶ ἡ δόξα καὶ ὁ πλοῦτος τοῦ κόσμου·
διότι ἐγὼ δὲν θὰ ἀρνηθῶ γι’ αὐτὰ τὸν δημιουργό μου Θεὸ καὶ ποιητὴ τῶν ἁπάντων».
Παρευθὺς λοιπὸν ὁ ἄδικος κριτὴς ἔριξε τὴν ἁγία σὲ ἀναμμένη κάμινο· ἡ δὲ κάμινος
ἀγκάλιασε τὸ σῶμα τῆς ἁγίας ὡς θάλαμος φωτεινὸς καὶ τὴν μὲν ψυχή της ἀνέπεμψε στὶς
οὐράνιες μονές, τὸ δὲ σῶμα της τὸ διαφύλαξε ἄφλεκτο κι ἀκέραιο, γιὰ νὰ τὸ ἔχουν
παρηγοριὰ καὶ ἰατρεῖο οἱ συγγενεῖς της καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ Χριστιανοί.
Ταῖς Αὐτῆς
ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ
Ἁγιορείτου, τόμ. 6ος, σελ. 135. (Μικρὴ φραστικὴ διασκευή, ὑπὸ ἱερομ.
Ν. ἁγιορείτου).