Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Ὁ ὅσιος Κόπρις


 

Ὁ ὅσιος Κόπρις

Ἑορτάζει τὴν κδ΄ (24η) Σεπτεμβρίου.


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*


Οὐκ ἦν ὁ Κόπρις κόπρις, ἀλλ’ ἄλλος βότρυς,

Καλῶν κυπρισμὸν προσφέρων τῷ Κυρίῳ.


   Τοῦτος ὁ ἅγιος γεννήθηκε σὲ μιὰ κοπριὰ ποὺ βρισκόταν ἔξω ἀπ’τὸ μοναστῆρι τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου τοῦ κοινοβιάρχου· διότι διωκόμενη ἀπ’τοὺς ἀγαρηνοὺς ἡ μητέρα του μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους πλησιόχωρους, καὶ καταφεύγοντας στὸν ἅγιο Θεοδόσιο γιὰ νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀσεβῶν, κρατήθηκε ἀπὸ τὰ κοιλοπονήματα. Καὶ βρίσκοντας τὴν κοπριὰ ἐκεῖ, γέννησε πάνω σ’ αὐτήν.

   Κι ἀφοῦ πέρασαν οἱ ἀγαρηνοί, βρῆκαν οἱ μοναχοὶ τὸ βρέφος στὴν κοπριὰ καὶ κατὰ προσταγὴ τοῦ ἁγίου Θεοδοσίου τὸ ἔλαβαν, καὶ τὸ ὀνόμασαν Κόπρι. Τὸ ἔτρεφαν μὲ τὸ γάλα μιᾶς κατσίκας, ἡ ὁποία ἔβοσκε μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες κατσίκες, κι ὅταν ἐρχόταν ὁ καιρὸς γιὰ νὰ βυζάνει τὸ παιδί, τότε ξεχώριζε ἀπὸ τὶς ἄλλες καὶ μόνη κατέβαινε ἀπ’τὸ βουνό. Κι ἀφοῦ βύζαινε τὸ παιδί, πάλι γύριζε στὴν συνήθη της βοσκή. Καὶ τοῦτο τὸ ἔκανε μέχρις ὅτου τὸ παιδὶ μεγάλωσε καὶ μποροῦσε νὰ τρώει στερεώτερη τροφή.

   Τοῦτος λοιπόν, φθάνοντας σὲ τελειότερη ἡλικία ἔγινε ἀγαπητὸς παρὰ τοῦ μεγάλου Θεοδοσίου. Κ’ ἐπειδὴ φύλαξε ἀμόλυντο τὸ κατ’ εἰκόνα, διὰ τοῦτο ἀξιώθηκε τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ὑπέτασσε τὰ θηρία. Διότι βρίσκοντας κάποτε μία ἀρκούδα ποὺ ἔτρωγε τὰ μαρούλια τοῦ κήπου, τὴν ἔπιασε ἀπ’τὸ αὐτὶ καὶ τὴν ἔβγαλε ἔξω ἀπ’τὸν κῆπο, κι ἀφοῦ τὴν ἐπιτίμησε μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ μεγάλου Θεοδοσίου, τὴν ἔκαμε νὰ μὴ ξαναμπεῖ πλέον στὸν κῆπο. Ἀλλὰ καὶ μιὰ φορὰ ἀνεβαίνοντας στὸ βουνὸ μαζὶ μὲ τὸ γαϊδουράκι τοῦ μοναστηριοῦ γιὰ νὰ κόψει ξύλα, ἐπειδὴ μιὰ ἀρκούδα πλήγωσε τὸ ζωντανὸ στὸν μηρό, ἔπιασε ὁ ὅσιος τὴν ἀρκούδα καὶ φόρτωσε σ’ αὐτὴν τὰ ξύλα, λέγοντας:

   – Δὲν θὰ σ’ ἀφήσω, ἀλλ᾽ ἐσὺ θὰ κάνεις τὴν ὑπηρεσία τοῦ γαϊδάρου τὸν ὁποῖο πλήγωσες, ἕως ὅτου νὰ γιάνει ἐκεῖνος.

   Καὶ λοιπόν, διὰ τῆς εὐχῆς τοῦ ἁγίου Θεοδοσίου ὑποτασσόταν σ’ αὐτὸν ἡ ἀρκούδα κ’ ἔφερνε τὰ ξύλα.

   Κάποια ἄλλη φορά, ὑπηρετῶντας στὸ μαγειρεῖο καὶ βλέποντας ὅτι ἡ χύτρα ἔβραζε καὶ χυνόταν ἔξω τὸ μαγειρευόμενο ὄσπριο, ἐπειδὴ δὲν βρῆκε τὴν συνηθισμένη κουτάλα, ἔβαλε γυμνὸ τὸ χέρι του μέσα στὴν χύτρα, καὶ ὦ τοῦ θαύματος!, εὐθὺς ἔπαυσε τὸ ὑπερβολικὸ βράσιμο χωρὶς νὰ λάβει παραμικρὴ βλάβη τὸ χέρι του.

   Κ’ ἐπειδὴ ἦταν στολισμένος μὲ κάθε εἶδος ἀρετῆς, καὶ μέχρι τὰ γηρατειά του δὲν ἀμέλησε τὴν ἄσκηση (διότι καὶ μ’ ὅλο ὅτι ἦταν ἐννενήντα χρονῶν, ὅμως ὁ τρισμακάριστος, πάντοτε στεκόταν σὲ ἀπόκρυφο τόπο καὶ προσευχόταν). Γιὰ τοῦτα τὰ ἔνθεα κατορθώματά του, ἀξιώθηκε νὰ βλέπει τὸν μέγα Θεοδόσιο, μετὰ τὸν θάνατό του, ὁ ὁποῖος φαινόταν σ’ αὐτὸν καὶ συνέψαλλε μαζί του. Στὸ τέλος δέ, ἄκουσε καὶ μία φωνὴ αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοδοσίου ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Ἀδελφὲ Κόπρι, ἰδοὺ ἔφθασε ὁ καιρὸς τοῦ θανάτου σου· ἔλα λοιπὸν πρὸς ἐμένα, γιὰ ν’ ἀναπαυθεῖς στὸν ἑτοιμασθέντα τόπο τῆς ἀναπαύσεως». Ἀφοῦ ἔλαμψε λοιπὸν ὁ ὅσιος τοῦτος ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους τοὺς ἁγίους πατέρες, ὡς ἥλιος, στολισμένος μάλιστα καὶ μὲ τὸ λαμπρὸ τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα, μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἀφότου ἄκουσε τὴν ἄνωθεν φωνή, ἀσθένησε λίγο. Καὶ ἀποχαιρετῶντας ὅλους τοὺς πατέρες κι ἀδελφοὺς ἀπῆλθε πρὸς Κύριον.


Ταῖς Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

 

* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 1ος, σελ. 196-198. (Μικρὴ φραστικὴ διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).