Ὁ ὅσιος Χαρίτων
ὁ ὁμολογητὴς
Ἑορτάζει τὴν κη΄
(28η) Σεπτεμβρίου.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ*
Τῆς γῆς
πατήσας τὰς τρυφὰς ὁ Χαρίτων,
Κατατρυφᾷ
νῦν οὐρανοῦ τῶν χαρίτων.
Εἰκάδι ὀγδοάτῃ
Χαρίτων θάνε γήραϊ μακρῷ.
Τοῦτος ὁ ἅγιος γεννήθηκε κι ἀνατράφηκε στὸ Ἰκόνιο στὰ χρόνια τοῦ βασιλέως Αὐρηλιανοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ἦταν περιβόητος στὴν εὐσέβεια κι ἀρετή, διὰ τοῦτο ἁρπάχτηκε ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες κι ὁδηγήθηκε μπροστὰ στὸ βασιλικὸ κριτήριο. Ὅταν στάθηκε μπροστὰ στὸν ὑπατικό, δηλαδὴ στὸν δεύτερο ἀπὸ τὸν βασιλέα, στηλιτεύει κ’ ἐλέγχει μὲ πολλὴ παρρησία τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Γι’ αὐτὸ γυμνώνεται, ἁπλώνεται ἀπὸ τὰ τέσσερα μέρη τοῦ σώματος, καὶ δέρνεται μὲ τὰ βούνευρα τόσο ἄσπλαχνα, ὥστε διαπέρασε ὁ δαρμὸς ἕως καὶ σ’ αὐτὰ τὰ ἐσωτερικὰ σπλάγχνα του. Καὶ βασταζόμενος ἀπὸ ἄλλους, ρίχνεται στὴν φυλακή. Ἔπειτα, πάλι τὸν φέρνουν στὸ κριτήριο κ’ ἐπειδὴ φάνηκε γενναῖος κι ἄφοβος τὸν βάζουν πάλι σιδηροδέσμιο στὴν φυλακή. Ἀφοῦ ὅμως ὁ Αὐρηλιανὸς μετ’ ἀπὸ λίγο καιρό, μαζὶ μὲ τὴν βασιλεία ἐστερήθη καὶ τὴν ζωή, χάριν τούτου ὁ μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Χαρίτων, διὰ βασιλικῆς προσταγῆς ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὴν φυλακή.
Βγαίνοντας λοιπὸν ἀπ’ αὐτήν, ἀμέσως μεταχειρίσθηκε
μιὰ στενὴ καὶ ἀσκητικώτατη ζωή. Πέφτει ὅμως σὲ διαφόρους πειρασμούς· διότι ἀπερχόμενος
συναντᾶ στὸν δρόμο κλέφτες, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔπιασαν καὶ τὸν ἔφεραν δεμένο στὸ
σπήλαιό τους. Κ’ ἐπειδὴ μετ’ ἀπὸ λίγο οἱ κλέφτες κατὰ θεία δίκη πέθαναν, καθότι
μία ἔχιδνα φαρμάκωσε τὸ κρασὶ ποὺ εἶχαν καὶ πίνοντας ἐκεῖνοι ἀπ’ αὐτὸ φαρμακώθηκαν,
τούτου χάριν ὁ μέγας Χαρίτων, ἀφοῦ τὸν ἔλυσε ὁ Θεὸς ἀπ’τὰ δεσμά, ἔγινε
κληρονόμος τῶν χρημάτων τῶν κλεφτῶν. Ἔτσι, ἐκεῖνα ὅσα οἱ κλέφτες κακῶς σύναξαν,
αὐτὸς τὰ μεταχειρίζεται καλῶς, ξοδεύοντάς τα στοὺς φτωχοὺς καὶ σὲ οἰκοδομὲς ἱερῶν ναῶν· σύστησε δὲ ἐκεῖ καὶ εὐαγέστατη Λαύρα, ἡ ὁποία ὀνομάστηκε
Φάρος.
Ἡσυχάζοντας στὸ σπήλαιο ἐκεῖνο
ὁ ἅγιος, πολλοὺς ἀπίστους ἐπέστρεψε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, καὶ πολλοὺς προσείλκυσε
στὴν μοναχικὴ πολιτεία. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἕνεκα τούτων ἐμποδιζόταν ὁ ὅσιος ἀπὸ τὴν ἀγαπημένη
του ἡσυχία, γιὰ τοῦτο πῆγε σὲ ἄλλο σπήλαιο καὶ ἡσύχαζε. Ἀλλὰ κ’ ἐκεῖ ἔγινε σ’ ὅλους
γνωστὸς καὶ ὀνομαστὸς γιὰ τὰ θαύματα ὅσα ἔκαμε. Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ἐπειδὴ εἵλκυσε
πολλοὺς στὴν ἀγάπη τῆς πολιτείας τῶν μοναχῶν, ἔκτισε κ’ ἐκεῖ δεύτερο ἱερὸ
μοναστῆρι, τὸ ὁποῖο ἀργότερα στάθηκε Λαύρα, δηλαδὴ πολυάνθρωπο μοναστῆρι. Φεύγοντας
δὲ κι ἀπ’ ἐκεῖ γιὰ τὴν σύγχυση τῶν πολλῶν ἀνθρώπων, πάει σὲ ἄλλο μέρος τῆς ἐρήμου.
Ἀλλ’ ἐπειδὴ συνάχθηκαν πολλοὶ ἀδελφοὶ καὶ πολλοὶ εἰδωλολάτρες πίστεψαν στὸν
Χριστὸ διὰ τῆς διδασκαλίας του· χάριν τούτου κτίζει κ’ ἐκεῖ τρίτη Λαύρα, ἡ ὁποία
στὴν γλῶσσα τῶν Σύρων ὀνομάζεται Σουκᾶς. Ἔπειτα, ἀφοῦ βρῆκε σπήλαιο σ’ ἕνα ὑψηλὸ
τόπο, ἀνέβαινε μὲ κλίμακα ἐπάνω σ’ αὐτὸ κι ἐκεῖ ἡσύχαζε πολὺ καιρό. Ἐκεῖ διὰ
προσευχῆς του ἀνέβλυσε καὶ νερό.
Μὲ τέτοιο λοιπὸν τρόπο διαπερνῶντας τὴν ζωή του
ὁ τρισμακάριστος, μὲ ὁμολογία καὶ μὲ ἀκρότατη ἄσκηση, καὶ ἑνώνοντας πάμπολλους ἀνθρώπους
μὲ τὸν Χριστό, ἔγινε πλήρης ἡμερῶν καὶ σωματικῶς καὶ πνευματικῶς. Καὶ
συμβουλεύοντας πολλὰ περὶ σωτηρίας ψυχῆς τοὺς ὑποκείμενους σ’ αὐτὸν μοναχούς,
πρὸς Κύριον ἐξεδήμησε.
Ταῖς
Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
* «Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν»
τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τόμ. 1ος, σελ. 232-234. (Μικρὴ φραστικὴ
διασκευή, ὑπὸ ἱερομ. Ν. ἁγιορείτου).