Γιὰ τὸ ξερίζωμα τῆς ἐπιθυμίας γιὰ τὴν ἀπόλαυση
τοῦ Tito
Colliander (Τίτο Κολλίαντερ)*
Εἶναι γραμμένο, ὅτι πρέπει νὰ βροῦμε «τὴν στενὴν ὁδὸν τὴν ἀπάγουσαν εἰς τὴν ζωὴν» καὶ ὅτι θὰ χρειαστεῖ νὰ ἀγωνιστοῦμε γιὰ νὰ μποῦμε ἀπὸ τὴ «στενὴ πύλη». «Ὅτι πολλοί, λέγω ὑμῖν, ζητήσουσιν εἰσελθεῖν καὶ οὐκ ἰσχύουσι» (Λουκᾶ ιγ΄ 24).
Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ καταλάβουμε τί θέλει νὰ πεῖ ὁ Κύριος. Ἡ ἐξήγηση βρίσκεται ἀκριβῶς στὴν ἀπροθυμία μας νὰ καταδιώξουμε καὶ νὰ νικήσουμε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας. Ἴσως κατορθώνουμε νὰ περιορίσουμε ὣς ἕνα βαθμὸ τὰ μεγάλα μας ἐλαττώματα. Δὲν προσέχουμε ὅμως τὰ μικρά. Ἀντίθετα τὰ ἀφήνουμε ἐλεύθερα καὶ μεγαλώνουν ἀνεμπόδιστα. Δὲν εἴμαστε κλέφτες, οὔτε ἅρπαγες καὶ ἄδικοι. Ἐν τούτοις φλυαροῦμε εὐχαρίστως καὶ ἴσως καὶ γιὰ πράγματα ποὺ δὲν πρέπει νὰ κάνουμε οὔτε κουβέντα. Μπορεῖ νὰ μὴ φᾶμε τὸ φαγητό μας γιὰ λόγους αὐτοκυριαρχίας, ἀλλὰ πίνουμε πάρα πολὺ καφὲ ἢ τσάι στὴ θέση τοῦ φαγητοῦ. Ἡ καρδιὰ παραμένει γεμάτη ἀπὸ ἐπιθυμίες. Οἱ ρίζες τοῦ κακοῦ δὲν ξεριζώθηκαν ἀπὸ μέσα μας. Περιπλανιόμαστε μέσα σὲ πυκνὲς λόχμες ποὺ ἀπ᾿ αὐτὲς εἶναι γεμάτη ἡ γῆ τῆς ψυχῆς μας.








