ΟΜΙΛΙΑ
ΠΕΡΙ
ΤΟΥ ΟΤΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΚΟΛΛΩΜΑΣΘΕ ΣΤΑ
ΒΙΟΤΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
ΚΑΙ
ΠΕΡΙ
ΤΗΣ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (4)
Μεγάλου
Βασιλείου*

10. Σεῖς δέ, ἀδελφοί, ποὺ ἔχετε διαφύγει
τὸν κίνδυνο, ἂς μὴ λυπᾶσθε πολὺ γιὰ τὰ κακὰ ποὺ ἔχουν συμβεῖ. Μήτε νὰ ταραχθεῖτε
κατὰ τὴν διάνοιά σας, ἀλλὰ ν’ ἀποτινάξετε τὸν ζόφο τῆς λύπης καὶ νὰ δυναμώσετε
τὶς ψυχές, κάνοντας σκέψεις πιὸ γενναῖες, καὶ νὰ κάμετε τὸ συμβὰν πρόφαση γιὰ στεφάνια.
Διότι, ἐὰν παραμείνετε ἀσάλευτοι, καὶ θὰ φανεῖτε δοκιμώτεροι κατὰ τὴν πίστη, μὲ
τὸ νὰ λάμψετε ὅπως τὸ εὐγενικὸ χρυσάφι ἀπὸ τὴν φωτιά, καὶ τὴν ντροπὴ στὸν ἐχθρὸ
θ’ αὐξήσετε περισσότερο, διότι δὲν μπόρεσε μὲ ὅσα ἐπιβουλεύθηκε οὔτε τὰ δάκρυά
σας νὰ νικήσει. Ὑπενθυμεῖστε στοὺς ἑαυτούς σας τὴν καρτερία τοῦ Ἰώβ. Νὰ πεῖτε
πρὸς τοὺς ἑαυτούς σας, αὐτὰ ποὺ εἶπε ἐκεῖνος· «Ὁ Κύριος ἔδωκε, ὁ Κύριος ἀφαίρεσε· ὅπως φάνηκε καλὸ στὸν Κύριο, ἔτσι
κ’ ἔγινε»25. Καὶ κανεὶς ἂς μὴ μεταπεισθεῖ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἔπαθε,
ὥστε νὰ συλλογισθεῖ καὶ νὰ πεῖ, ὅτι καμμιὰ λοιπὸν πρόνοια δὲν κυβερνᾶ τὰ δικά μας
πράγματα. Ἂς μὴ κατηγορεῖ τὴν οἰκονομία καὶ τὴν κρίση τοῦ Δεσπότου. Ἀλλ’ ἂς
ἀποβλέπει πρὸς τὸν ἀθλητὴ ἐκεῖνον, καὶ αὐτὸν ἂς κάμει σύμβουλο πρὸς τὸ
καλύτερο. Ἂς ἀναλογίζεται τοὺς συνεχεῖς ἀγῶνες στοὺς ὁποίους ἐκεῖνος ἀρίστευσε κ’
ἐνῶ βλήθηκε μὲ τόσα βέλη ἀπ’ τὸν διάβολο, δὲν δέχθηκε θανάσιμο κτύπημα. Τοῦ ἀφαίρεσε
δηλαδὴ τὴν εὐτυχία ἀπ’ τοὺς δικούς του καὶ σκέφθηκε νὰ τὸν παραχώσει μὲ τὶς
διαδοχικὲς πληροφορίες τῶν κακῶν. Διότι καθ’ ἥν στιγμὴ ὁ προηγούμενος
ἀγγελιαφόρος τοῦ ἐξήγγελλε τὴν τόσο μεγάλη συμφορά, ἄλλος ἐρχόταν καὶ τοῦ ἔφερνε
θλίψη γιὰ χειρότερα πράγματα. Καὶ τὰ κακὰ προσηρτῶντο τὸ ἕνα στὸ ἄλλο, καὶ οἱ συμφορὲς
μιμοῦνταν τὴν ἐπιδρομὴ τῶν κυμάτων καὶ προτοῦ νὰ σταματήσουν τὰ πρῶτα δάκρυα,
ἔφθανε ἡ αἰτία γι’ ἄλλα. Ὁ δίκαιος ὅμως ἔστεκε σὰν κάποια προβλήτα, μὲ τὸ νὰ
ὑποδέχεται τὶς προσβολὲς τῆς τρικυμίας, καὶ μὲ τὸ νὰ μεταβάλλει σὲ ἀφρὸ τὴν
ὁρμὴ τῶν κυμάτων, καὶ ἄφηνε τὸν λόγο τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Δεσπότη· «ὁ Κύριος ἔδωκε, ὁ Κύριος πῆρε· ὅπως φάνηκε
καλὸ στὸν Κύριο, ἔτσι κ’ ἔγινε». Καὶ δὲν ἔκλαψε γιὰ κανένα ἀπ’ τὰ συμβάντα.
Κι ὅταν κάποιος ἦλθε γιὰ νὰ τοῦ ἀναγγείλει ὅτι, ἐνῶ τὰ παιδιὰ καὶ οἱ θυγατέρες
του ἔτρωγαν, ὁρμητικὸς ἄνεμος γκρέμισε τὸ σπίτι τῆς χαρᾶς, τότε μόνο ξέσχισε τὸ
ἔνδυμα γιὰ νὰ δείξει τὴν συμπάθεια τῆς συγγένειας καὶ γιὰ νὰ βεβαιώσει μ’ αὐτὰ
ποὺ ἔπραττε ὅτι ἦταν φιλόστοργος πατέρας. Ἀλλὰ καὶ τότε, ἀφοῦ ἔβαλε ὅριο καὶ
μέτρο στὶς λύπες καὶ κόσμησε τὸ συμβὰν μὲ τοὺς εὐσεβεῖς ἐκείνους λόγους, ἔλεγε·
«ὁ Κύριος ἔδωκε, ὁ Κύριος πῆρε· ὅπως
φάνηκε καλὸ στὸν Κύριο, ἔτσι κ’ ἔγινε». Τέτοια περίπου λέγοντας· ὀνομάσθηκε
πατέρας, ἐφόσον χρόνο ἤθελε αὐτὸς ποὺ μοῦ ἔκαμε αὐτό. Σκέφθηκε πάλι νὰ μοῦ ἀφαιρέσει
τὸ στεφάνι τοῦ γεννήτορος· δὲν τσακώνομαι γι’ αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν σὲ Αὐτόν. Ἂς
ὑπερισχύσει αὐτὸ ποὺ ὁ Κύριος ἀποφάσισε. Αὐτὸς εἶναι ὁ πλάστης τοῦ ἀνθρώπινου
γένους, ἐγὼ εἶμαι ὄργανό του. Γιατί πρέπει νὰ δυσανασχετῶ ἀνώφελα, ἐνῶ εἶμαι
δοῦλος, καὶ νὰ κατακρίνω ἀπόφαση, τὴν ὁποία δὲν μπορῶ νὰ διαλευκάνω; Μὲ τέτοια
λόγια ὁ δίκαιος κατακόντιζε τὸν διάβολο.