Ὁ ληστής πού προσευχόταν
Ἦταν
κάποιος ἰσχυρός στρατιώτης καί δυνατός ἄνθρωπος, πού κατοικοῦσε μαζί μέ
κάποιους ἄλλους ὅμοιούς του ληστές σ᾿ ἕναν πύργο κοντά σέ κάποιον βασιλικό
δρόμο, κι ὅσοι περνοῦσαν ἀπό κεῖ τούς ἔγδυνε κ᾿ ἔπαιρνε ὅ,τι βαστοῦσαν κ᾿
εἴχανε πάνω τους. Εἶχε, ὅμως, καί τούτη τήν καλή συνήθεια: Νά προσεύχεται
καθημερινά στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, νά Τῆς λέγει τούς «Χαιρετισμούς» καί πολλές φορές τό «Θεοτόκε Παρθένε».
Μιά μέρα, λοιπόν, περνοῦσε ἀπό κεῖνα τά μέρη
ἕνας προορατικός Πνευματικός, ἅγιος ἄνθρωπος. Οἱ ὑπηρέτες τοῦ ληστοστρατιώτου,
σάν ἀνήμερα θηρία, ὁρμήσανε πάνω του, τόν γδύσανε, καί τοῦ πήρανε ὅ,τι
βαστοῦσε. Ἐκεῖνος, τούς παρακάλεσε νά τόν πᾶνε στόν ἀρχηγό τους, διότι, ὅπως
εἶπε, ἔπρεπε νά τοῦ μεταφέρει κάποιον λόγο. Κι ἀφοῦ τόν πῆγαν, τοῦ λέγει ὁ
Ἀββᾶς: